Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας

 
Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου
Ἡ διακονία καί ἡ ποιμαντική εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας σ' ὁποιαδήποτε ἐποχή, ἰδιαίτερα δέ σήμερα, ἔχει χρέος νά προσανατολίζεται σταθερά στήν ἐπικαιρότητα καί νά μή παραθεωρῆ τίς ἐπί μέρους πολιτισμικές καταβολές τῶν ἀνθρώπων, στούς ὁποίους ἐκτείνει τή φροντίδα της. Ἐξ ἴσου ἔχει τήν ὑποχρέωση νά ἀναβαπτίζεται συνεχῶς στά θεολογικά ἐκεῖνα κριτήρια, τά ὁποῖα περιγράφουν καί προσδιορίζουν τόν χαρακτῆρα καί τή φυσιογνωμία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι παράλληλα καί συγχρόνως μέ τή σπουδή τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου ὀφείλει νά γνωρίζη τή χριστιανική διάσταση καί ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά προσεγγίση καί νά ποιμάνη; Ποιό εἶναι τό βάθος καί ποιά τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς του;
Εἶναι προφανές ἀπό τή μελέτη τῆς ἐν γένει χριστιανικῆς παραδόσεως ὅτι ὁ ἄνθρωπος, κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας, ἐνῶ ζῆ καί ἐπιβιώνει μέσα στήν πολλαπλότητα τῆς κοσμικῆς καί τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, στήν οὐσία συνιστᾶ "καινήν κτίσιν" (2 Κορ. 5: 17). Ἐνῶ πορεύεται μέσα στήν ἀκατανόητη ἀναγκαιότητα τοῦ χρόνου καί τοῦ χώρου εἶναι ὀντότης μιᾶς ἄλλης τάξεως καί κοινωνίας. Χωρίς νά ἀρνεῖται τόν κόσμο καί τό ἱστορικό, κοινωνικό καί πολιτισμικό του περιβάλλον, ὅπως θά ἤθελε μιά μονιστική μεταφυσική ἤ ἡ μανιχαϊκή ὀντολογία, ἀνατρέπει τή γνωστή κατεύθυνση, ἀπό τή ζωή στό θάνατο, ἀφοῦ ἐν Χριστῷ "μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν" (Ἰω. 5: 24). Χωρίς νά ἀπαρνεῖται τόν κοσμικό χῶρο στόν ὁποῖο ὑπάρχει, δρᾶ καί πορεύεται, ὁ ἄνθρωπος τῆς νέας Διαθήκης ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ζωή του "κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ" (Κολ. 3: 2-3).
Μιά προσεκτική μελέτη τῶν βιβλικῶν δεδομένων μᾶς φέρνει μπροστά στήν ἔννοια τοῦ "καινοῦ ἀνθρώπου". Ἡ ἔννοια αὐτή κατανοήθηκε στή χριστιανική παράδοση σάν ἀφετηριακό καί θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Θά μπορούσαμε ἀπερίφραστα νά ποῦμε ὅτι, ἡ χριστιανική περί ἀνθρώπου διδασκαλία δέν εἶναι στήν οὐσία ἄλλο παρά θεολογία τοῦ "καινοῦ" ἀνθρώπου. Στήν Καινή Διαθήκη καί εἰδικώτερα στή θεολογία τοῦ Παύλου ὁ "καινός ἄνθρωπος" παρίσταται ὡς προϊόν τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, ἀντιδιαστέλλεται δέ ἀπό τόν "παλαιόν ἄνθρωπον". Εἶναι γνωστό ὅτι, μέ τήν ἔννοια "παλαιός ἄνθρωπος" ὁ Παῦλος περιγράφει τόν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας (Ρωμ. 6: 6. Κολ. 3: 9), τόν "ἀπηλλοτριωμένον τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ" (Ἐφ. 4: 18), "τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης" (Ἐφ. 4: 22). Ὁ παλαιός αὐτός ἄνθρωπος παρομοιάζεται μέ "παλαιάν ζύμην", μέ τήν "ζύμην τῆς κακίας καί πονηρίας", πού σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι ἄχρηστη καί πρέπει νά ἀντικατασταθῆ μέ νέα ζύμη "εἰλικρινείας καί ἀληθείας" (1 Κορ. 5: 7-8).
Ἡ διαλεκτική παράσταση τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου ἀνθρώπου ἔχει τρεῖς πτυχές, τρεῖς ἄν θέλετε ἰδιάζουσες ἀναφορές στή θεολογία τοῦ Παύλου. Κατά πρῶτο λόγο ἔχει ἕνα μυστηριακό χαρακτῆρα, χρησιμοποιεῖται δηλ. σέ σχέση μέ τό Βάπτισμα. "Ὁ παλαιός ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη" καί συνετάφη στό ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος, "ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ Παρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν" (Ρωμ. 6: 3-6). Τό Βάπτισμα κατανοεῖται ὡς "λουτρόν παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου" (Τίτ. 3: 5). Πρόκειται γιά τήν ἐν Χριστῷ ἀρχή τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ ἔνδυση τοῦ Χριστοῦ (Γαλ. 3: 27), πού πραγματώνεται μέ τήν ὑπαρξιακή μετοχή στό θάνατο καί στήν ἀνάστασή Του. Ἔτσι, ἡ μυστηριακή σχέση ἀνάγει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο στή θεανδρική ζωή.
Ἀπό τό μυστηριακό κύκλο ἡ παράσταση μεταφέρεται στόν κύκλο τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ καλεῖται νά κινηθῆ ἐλεύθερα καί νά ἐγκαταλείψη "τήν προτέραν ἀναστροφήν, τόν παλαιόν ἄνθρωπον" (Ἐφ. 4: 22). Ἡ παλαιά ζωή, τήν ὁποία πρέπει νά ἀπαρνηθῆ καί νά νεκρώση ὁ πιστός, περιλαμβάνει κάθε μορφή σαρκικῆς λαγνείας, "πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμία κακήν, καί τήν πλεονεξίαν ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρία" (Κολ. 3: 5). Γιά νά κτισθῆ ὁ καινός ἄνθρωπος αὐτές οἱ ἐπιθυμίες καί εἰδωλολατρικές ὀρέξεις πρέπει νά φύγουν ἀπό τό σῶμα του, ὅπως φεύγει τό ἔνδυμα μέ τήν ἀπέκδυση. Ἔτσι οἱ πιστοί, "ἀπεκδυσάμενοι τόν παλαιόν ἄνθρωπον", θά ἐνδυθοῦν, μέ τήν προσωπική τους πλέον ἄσκηση, "τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν" (Κολ. 3: 9-10).
Τήν παράσταση τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου ἀνθρώπου συνδέει, τέλος, ὁ Παῦλος μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου "οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος, περιτομή καί ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός" (Κολ. 3: 11). Ἀποτελεῖ βασικό ἀξίωμα τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου, ὅτι μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας οἰκοδομεῖται ὁ καινός ἄνθρωπος (Ἐφ. 2: 15), ὁ ὁποῖος ἔχει τή δυνατότητα νά ὑψωθῆ "εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ", νά φθάση δηλ. στή θεία ἐπίγνωση καί νά βιώση τήν ἑνότητα τῆς πίστεως (Ἐφ. 4: 13). Σ' αὐτό τό μέτρο ὁ ἀπόλυτα, ὁ αὐθεντικά "καινός ἄνθρωπος" εἶναι, ὅπως σημειώνει ὁ Ἰγνάτιος, ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Ὁποῖος πραγματώνει στόν ἑαυτό του τήν ἀνακαίνωση τοῦ παλαιοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος τέμνει καί συγχρόνως ἑνοποιεῖ τήν ἱστορία, προβάλλοντας τόν καινό ἄνθρωπο στήν ἴδια τήν ὑπόστασή Του, "ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ". Καταργεῖ τά παλαιά καί ἑνοποιεῖ τά διεστῶτα, "ἵνα τούς δύο κτίση ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον" (Ἐφ. 2: 11-22).
Τό περί "καινοῦ ἀνθρώπου" τρίπτυχο τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου, ἡ μυστηριακή σφαίρα, ἡ προσωπική πνευματική ζωή καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀποτελεῖ σταθερή βάση γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὁλοκληρωμένης χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἡ μυστηριακή θεμελίωση καί προοπτική τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ σύνδεση δηλ. τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, δηλώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑψώνεται στό θεανδρικό ἐπίπεδο, ὑπερβαίνει δηλ. τά ὅριά του καί μετέχει, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, στή θεία ζωή. Ἡ σύνδεση ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τήν προσωπική πνευματική ζωή βεβαιώνει ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ νέος τρόπος τῆς ὑπάρξεώς του δέν ἔρχεται, σέ καμμιά περίπτωση, σάν κάτι μαγικό, ἀλλά εἶναι σταθερά καρπός τῆς χάριτος βεβαίως καί ἐξ ἴσου τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Τέλος, ἡ κατανόηση καί τοποθέτηση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου στά ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀναιρεῖ κάθε ἄνομη αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου καί κλείνει τό δρόμο στίς ὀλέθριες συνέπειες μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς ἀνθρωπολογίας.  
α) Ὁ θεανδρικός ἄνθρωπος 
Ὁ ἄνθρωπος ὑπῆρξε ἡ πρώτη καί ἡ μοναδική μορφή βιολογικῆς ὑπάρξεως πού συνδέθηκε ὀργανικά, χάρη στήν κατ' εἰκόνα Θεοῦ δημιουργία του, μέ τό Δημιουργό του. Ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ μικρός κόσμος τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ὁ "χοῦς ἀπό τῆς γῆς", ὑπῆρξε τό μοναδικό δημιούργημα στό ὁποῖο ὁ Θεός "ἐνεφύσησε... πνοήν ζωῆς" (Γεν. 2: 7). Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος, πού μέ τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξε μιά αὐτοτελής ὀντότης τῆς κτίσεως, μέ τήν πνοή τοῦ Πνεύματος ὑψώθηκε στή σφαίρα τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Ἡ ζωή του ἔγινε πραγματικά καί ἀληθινά θεοκεντρική. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου δέν περιορίζεται καί δέν ἐξαντλεῖται στήν ὕλη, ἀπό τήν ὁποία πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἔχει τήν ἀναφορά της στό ἀρχέτυπο κάλλος μέ βάση τό ὁποῖο δημιουργήθηκε καί τό ὁποῖο τήν προσδιορίζει. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου δέν βρίσκεται στήν ὕλη, ἡ ὁποία ἁπλῶς συνιστᾶ τήν κτιστή ὑποδομή τῆς βιολογικῆς του ὑπάρξεως, ἀλλά στό ἄκτιστο ἀρχέτυπο ἀπό τό ὁποῖο λαμβάνει τό θεῖο περιεχόμενό της. Εἶναι τό θεῖο ἀρχέτυπο πού δίνει εὐμορφία καί ὡραιότητα στόν ἄνθρωπο. Εἶναι τό θεῖο ἀρχέτυπο πού ὑψώνει τόν ἄνθρωπο στίς διαστάσεις τῆς θείας ἀπειρίας. Γίνεται ἔτσι κατανοητό ὅτι τό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ ἀθρώπου δέν προσδιορίζεται ἀπό τήν ὕλη μέ τήν ὁποία δημιουργεῖται, ἀλλά ἀπό τήν πνοή τῆς ζωῆς μέ τήν ὁποία ἡ ὑλική κτίση λαμβάνει μορφή καί δομή κατ' εἰκόνα Θεοῦ.
Ἐνῶ ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ἀρχική του κλήση, ὁ ἄνθρωπος προωρίσθηκε νά ὑπάρχη σέ σχέση μέ τό Θεό, νά μετέχη δηλ. καί νά κοινωνῆ τῆς θείας ζωῆς, ἐπειδή ἡ κλήση αὐτή δέν ἀποτελοῦσε ἐπιτακτική ἀναγκαιότητα, ἀλλά ὑπέθετε τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τοῦ πλάσματος, ὁ ἄνθρωπος ἐπέλεξε τήν ὁδό τῆς ἀποστασίας. Τόσο ἡ βιβλική θεολογία, ὅσο καί ἡ πατερική ἑρμηνευτική ἀναγνωρίζουν, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀπόκλιση ἀπό τόν ἀρχικό θεῖο προορισμό εἶναι μέν καταστροφική καί ἀλλοιωτική γιά τόν ἄνθρωπο ὄχι ὅμως καί αὐτοκατάργηση καί αὐτοεκμηδένισή του. Ἡ πτώση ὁδηγεῖ στό θάνατο ὄχι ὅμως στήν ἀνυπαρξία. Ἡ κακία λεηλατεῖ καί διαστρέφει τήν ὕπαρξη σέ καμμιά ὅμως περίπτωση δέν τήν παύει. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι "παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου" (1 Κορ. 7: 31). Ὁ κόσμος πού ἀρνεῖται νά εὐθυγραμμίση τή ζωή του μέ τή ζωή τοῦ Θεοῦ θά παρέλθη, δέν θά παρέλθη ὅμως αὐτός καθ' ἑαυτόν ὁ κόσμος, ἁπλούστατα γιατί πλάσθηκε ἀπό τό Θεό γιά νά ὑπάρχη.
Θά πρέπει νά κατανοήσουμε τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ σάν ἀνάπλαση καί ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, σάν διορθωτική κίνηση καί ἐπαναπροσανατολισμό του στήν ἀρχική κλήση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει γιά διπλή κτίση καί γιά ἐν Χριστῷ ἀνάπλαση καί ἀνακατασκευή τοῦ ἀνθρώπου. "Διπλῆν τῆς φύσεως ἡμῶν τήν κτίσιν ἐγνώκαμεν, τήν τε πρώτην καθ' ἥν ἐπλάσθημεν καί τήν δευτέραν καθ' ἥν ἀνεπλάσθημεν, ἀλλ' οὐκ ἄν ἦν τῆς δευτέρας ἡμῶν κτίσεως χρεία, εἰ μή τήν πρώτην διά τῆς παρακοῆς ἠχρειώσαμεν. Ἐκείνης τοίνυν παλαιωθείσης τε καί ἀφανισθείσης ἔδει καινήν ἐν Χριστῷ γενέσθαι κτίσιν".
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σ' ἕνα ἐξαιρετικά πυκνό κείμενό του, θεωρεῖ τήν ἐν Χριστῷ ἀποκάθαρση τοῦ ἀνθρώπου καί τή δεύτερη κοινωνία τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο παραδοξοτέρα καί ὑψηλοτέρα τῆς πρώτης. Ἁπλούστατα, γιατί στή δεύτερη δημιουργία ἔχουμε "καινήν μῖξιν" καί "παράδοξον κρᾶσιν". Στή δεύτερη δημιουργία ἔχουμε τήν ὑπαρξιακή ἐμπλοκή τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, "τό ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου", "ἡ μή κινουμένη σφραγίς" κινεῖται πρός τό κτίσμα καί τό προσλαμβάνει. Πρόκειται γιά μοναδική ἕνωση πού συνεπάγεται τή θέωση τοῦ προσλήμματος. "Ὁ ὤν, γίνεται· καί ὁ ἄκτιστος κτίζεται· καί ὁ ἀχώρητος, χωρεῖται... Καί ὁ πλήρης, κενοῦται· κενοῦται τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπί μικρόν, ἵν' ἐγώ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως... Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολύ τῆς πρώτης παραδοξοτέραν... Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον".
Ἀποτελεῖ σταθερή θέση τῆς πατερικῆς ἀνθρωπολογίας ὅτι, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ὑψώνεται στήν ἄκτιστη ζωή, ἡ φύση του παραλαμβάνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς κτίσεως πραγματώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καί ἀπ' Αὐτόν μεταφέρεται ὡς θεανδρική πραγματικότητα καί συνείδηση, ὡς θεανδρική αἴσθηση καί ἐμπειρία στήν κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς οἰκονομίας εἶναι θεανδρικός. Μέ τήν ἔνσαρκο φανέρωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ συνδέεται ὀργανικά μέ τή θεότητα. Οἱ Καππαδόκες, καί ἰδιαίτερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, στήν προσπάθειά τους νά ἑρμηνεύσουν τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς θεραπείας καί ἀποκαταστάσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπιμένουν στήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου φυράματος. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα, μιά συγκεκριμένη καί ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Αὐτή ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως δηλώνεται ἤδη στή διήγηση τῆς δημιουργίας. Μέ τήν ἔκφραση τῆς Γενέσεως "ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον" (1: 27) νοεῖται ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, ὁ ἄνθρωπος ὄχι ὡς ἄτομο, ἀλλά ὡς γένος. Μέ τή δημιουργική δηλ. ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στήν ὕπαρξη "ἀθρόως" καί "ἐν κεφαλαίῳ" ὄχι ἕνα μέρος ἀλλά "ὅλον τό τῆς ἀνθρωπότητος πλήρωμα". Ἔτσι, ὁ Ἀδάμ, "ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὅλον ἔσχεν ἐν ἑαυτῷ τῆς ἀνθρωπίνης οὐσίας τόν ὅρον, καί ὁ ἐξ ἐκείνου γεννηθείς ὡσαύτως ἐν τῷ αὐτῷ τῆς οὐσίας ὑπογράφεται λόγω".
Μόνο ξεκινώντας ἀπ' αὐτή τήν ἀρχή τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μποροῦμε νά κατανοήσουμε γιατί μέ τήν παρακοή τοῦ Ἀδάμ ἔχασε τήν αὐθεντικότητά της ἡ φύση ὁλόκληρη, καί γιατί πάλι μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀποκαταστάθηκε τό πλήρωμα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τό ἀνθρώπινο γένος ὡς ὁλότης. Μ' ἄλλα λόγια ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνοντας μιά συγκεκριμένη καί ἀτομική ἀνθρώπινη φύση προσέλαβε ὅλο τό ἀνθρώπινο φύραμα, λόγω ἀκριβῶς τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἔτσι, ὅπως στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ ἔπεσε καί ἀλλοιώθηκε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ φύση ὁλόκληρη ξαναβρῆκε τή γνησιότητα καί τό ἀρχαῖο κάλλος της. Ἡ σωτηρία συνεπῶς ὑποθέτει δύο πράγματα, πρῶτο τήν ἀδιάτμητη ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί δεύτερο τήν ὀντολογική ἕνωση τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ περί τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πατερική διδασκαλία ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν κατανόηση τῆς σχέσεως Ἐκκλησίας καί κόσμου, ὅπως ἐπίσης καί τῆς διακονίας, τήν ὁποία ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο. Ἄν δεχθοῦμε ὅτι τό ἀνθρώπινο γένος στό σύνολό του ἔχει δεχθῆ τήν εὐεργετική ἐπίδραση τῆς σαρκώσεως, ὅτι μέ τήν ἐνανθρώπηση ἔχει συντελεσθῆ μιά δομική ἀλλαγή σ' ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, τότε εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά σέκτα τοῦ κόσμου, μιά ἀποκλειστική θρησκευτική κοινότητα, ἀλλά ἡ μικρά ζύμη πού καλεῖται νά ζυμώση ὅλο τό φύραμα (1 Κορ. 5: 6). Ἄν ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἐν δυνάμει ἀποκατασταθῆ καί ἐλευθερωθῆ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, ἡ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: νά μεταφέρη στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο τή λύτρωση, ὥστε αὐτό ἐλεύθερα νά ἑδραιώση στήν ὕπαρξή του τή δεδομένη ἐν Χριστῷ θεραπεία τοῦ γένους.
 
β) Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐλευθερίας 
Κατά τήν ἀποκατάσταση τῆς φύσεως πού συντελέσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐπαναβρίσκει τήν ἀρχική λειτουργικότητα καί δυναμικότητά της. Ἡ σωτηρία στή χριστιανική ἀντίληψη ποτέ δέν κατανοήθηκε περιοριστικά, σάν κάτι στάσιμο καί ἀπολιθωμένο. Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ φύση ἐπανατροχοδρομεῖται σέ μιά ἀδιάπαυστα δυναμική καί ἐξελικτική πορεία. Πρόκειται γιά τήν πορεία πρός τό ἀτελεύτητο τέλος τῆς τελειότητος. Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ δέν θεραπεύει μόνο ἀπό τό κακό πού εἶχε περεισφρύσει παρασιτικά στήν ἀνθρώπινη οὐσία, παράλληλα προάγει τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο στήν τελείωσή του. Στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο παρέχονται ἄπειρες δυνατότητες δημιουργίας προσωπικῆς ἱστορίας. Αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας πού δέν πρέπει σέ καμμιά περίπτωση νά παραθεωρήσουμε.
Ὅταν ὁ Παῦλος προέτρεπε τούς Κολασσαεῖς νά ἀπεκδυθοῦν τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦν "τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος" (3: 9-10), ἐγκαταλείποντας κάθε "ἀκαθαρσίαν", "πάθος" καί "ἐπιθυμίαν κακήν" (3: 5), ἤ ὅταν ζητοῦσε ἀπό τούς Ἐφεσίους "ἀνανεοῦσθαι τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν" (4: 23), δέν ἔδινε ὁδηγίες ἠθικῆς συμπεριφορᾶς. Κατέγραφε τό προνόμιο καί τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου τῆς Καινῆς Διαθήκης νά προχωρῆ ἐλεύθερα σέ μιά ζωή θεανθρώπινης αἰσθήσεως καί ἐπιγνώσεως. Ὑπενθύμιζε στούς ἀνθρώπους τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς κάθε ἐποχῆς, ὑπερβαλλόντως δέ ὑπενθυμίζει στούς χριστιανούς τῆς σημερινῆς, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ οἰκονομία ἄνοιξε τό δρόμο στήν προσωπική δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας, μέσα ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν ἐλευθερία του, ἀναγεννᾶται καί ἐπαναφέρει τόν ἑαυτό του στήν πρωταρχική ἑνότητά του. Ὡς κατά χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κατευθύνοντας τό αὐτεξούσιό του, νά ἐπανασυγκροτήση τή διασπασμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ὕπαρξή του.
Στήν πατερική παράδοση ἡ ἁμαρτία κατανοεῖται ὡς διάσπαση καί διαστροφή, ὡς τραγική ἀποδιοργάνωση καί ἀναστάτωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ, τό κακό εἶναι μιά "παρά φύσιν" κατάσταση πού ὀφείλεται στήν ἀρρώστια τῆς βουλήσεως. Ὁ Ψευδο-Διονύσιος στήν προσπάθειά του νά περιγράψη τή διαλυτική φύση τοῦ κακοῦ χρησιμοποιεῖ μιά ὁλόκληρη σειρά ἀπό ἀρνητικούς ὅρους: τό κακό εἶναι "ἀσυμετρία", "ἄσκοπον", "ἀκαλλές", "ἄζωον", "ἄνουν", "ἄλογον", "ἀτελές", "ἀνίδρυτον", "ἀναίτιον", "ἄγονον", "ἀργόν", "ἀδρανές", "ἄτακτον", "ἀνόμοιον", "ἄπειρον". Τό κακό, αὐτή ἡ ἀποσυνθετική καί ἀλλοτριωτική τῆς ἀληθινῆς ζωῆς δύναμη, θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐναπόκειται ὅμως στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά ἐνεργήση δημιουργικά καί νά κάνη τή θεραπεία τοῦ κακοῦ προσωπική ἱστορία. Ὅταν λέμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐννοοῦμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία συναντᾶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ δηλ. μέ τήν οἰκονομία Του, σώζεται ἡ χαμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία ἐπιστρέφει στόν ἄνθρωπο, καί συνεπῶς μπορεῖ νά πορεύεται πνευματικά καί νά δημιουργῆ ἱστορία ἁγιότητος.
Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα τεράστιο κεφάλαιο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, γιατί ἁπλούστατα ἡ ἀνακαίνιση τῆς φύσεως γίνεται προσωπική μέ τήν ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία καί τό πρόσωπο εἶναι ἔννοιες ἀλληλένδετες. Χωρίς ἐλευθερία χάνεται τό πρόσωπο καί ἀφανίζεται ἡ καινή ζωή. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν νοεῖται ἀνακαίνιση, δημιουργική πορεία καί θεία μέθεξη. Ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωπική, ὑποθέτει δηλ. τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐπικοινωνεῖ μέ τόν προσωπικό Θεό. Τό ἀνθρώπινο ὅμως πρόσωπο ὑπάρχει καί λειτουργεῖ στή βάση τῆς ἐλευθερίας. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν ὑπάρχει πρόσωπο. Χωρίς τό αὐτεξούσιο δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος κατ' εἰκόνα Θεοῦ, μέ ψυχή λογική. "Ἄνελε ἡμῶν τό αὐτεξούσιον καί οὔτε εἰκών Θεοῦ ἐσόμεθα, οὔτε ψυχή λογική καί νοερά, καί τῷ ὄντι φθαρήσεται ἡ φύσις, οὐκ οὖσα ὅπερ ἔδει αὐτήν εἶναι".
Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ τρωθεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου θεραπεύεται, καί γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τίς δυνατότητες νά διορθώση τίς ψυχικές του λειτουργίες, ὥστε ἡ ψυχή νά ἐπανέλθη στήν ἀρχική κατάστασή της, ὅπως δηλ. εἶχε κτισθῆ ἀπό τό δημιουργό της. Ἡ θεραπευμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνέπεια καί προέκταση τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως. Μ' αὐτή ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀπαλείψη ἀπό τή συνείδησή του ὅλες τίς μνῆμες τοῦ κακοῦ, ὅλες τίς συνήθειες καί τάσεις πού καλλιέργησε καί συντήρησε στήν ὕπαρξή του ἡ ἁμαρτία. Ἔτσι, ἡ σωτηρία δέν ἐπιβάλλεται τυραννικά, ἀλλά διοχετεύεται στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσω τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά πῆ ὅτι "βουλομένων, οὐ τυραννουμένων τό τῆς σωτηρίας μυστήριον".
Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλεύθερος καί μέ τή βούλησή του ἀποδέχεται τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος. Ἡ θεία χάρη κατά κάποιο τρόπο ἐνσαρκώνεται ὑπαρξιακά καί πραγματικά σ' ἐκεῖνο τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού ἡ βούλησή του τήν ἀναγνωρίζει καί τήν ἀποδέχεται. Ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, "ἡ τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησις, μυστικῶς ἐρχομένη πρός τήν ἡμετέραν ἐλευθερίαν", ἀναγεννᾶ καί κτίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ ἀναγέννηση δέν προσφέρεται μαγικά, ἀλλά εἶναι καρπός τῆς ἀρρήτου σχέσεως χάριτος καί ἐλευθερίας. Παράλληλα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ προαίρεση εἶναι προϋπόθεση τῆς ὅποιας δημιουργικῆς προόδου καί τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀγαθό δέν εἶναι ἀκούσιο καί "κατηναγκασμένον", ἀλλά ἀκριβῶς "κατόρθωμα προαιρέσεως", ἐλεύθερος δηλ. προσωπικῆς συγκαταθέσεως καί ἀσκήσεως.
Ἡ χριστιανική ἀνθρωπολογία, ὡς ἀνθρωπολογία ἐλευθερίας, καταγράφει τή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀναχθῆ στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς. Ἡ μετοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέωση του ἀνθρώπου, αὐτό τό δῶρο τῆς χάριτος καί τῆς ἀνθρώπινης συνεργίας, νοηματοδοτοῦν καί ἀξιολογοῦν τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπαρξιακά καί φαινομενολογικά εἶχε χάσει τή λογικότητα καί τήν ἀγαθή αἴσθηση πού εἶχε σπείρει μέσα του ὁ Δημιουργός, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά δώση καί πάλι νόημα καί περιεχόμενο στήν ὕπαρξή του. Μπορεῖ ἐλεύθερα νά ξαναγυρίση στήν ἀρχική του κλήση πού ἦταν ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ, μιά κοινωνία ὄχι στατική, ἀλλά δημιουργική καί προαγωγική. Στή βιβλική θεολογία, στήν πατερική σκέψη καί στήν ἐν γένει ἐκκλησιαστική συνείδηση καί πρακτική αὐτός ὁ δρόμος περιγράφεται ὡς ἁγιότης. Ἡ κλήση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου γιά ἁγιότητα εἶναι τό σπουδαιότερο καί κυριώτερο στή ζωή του.
Ὁ ἄνθρωπος συνεπῶς τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά συνδεθῆ ὀργανικά μέ τό Θεό. Ὁ σύνδεσμος αὐτός εἶναι ἐκστατικός, εἶναι δηλ. προϊόν μιᾶς ἐξόδου καί μιᾶς πορείας πού καταξιώνει καί ὁλοκληρώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς κοινωνική ὀντότητα. Πρόκειται γιά τό ἀντίθετο τῆς ἐγωκεντρικῆς συσπειρώσεως καί τῆς ἀπομονώσεως. Στή ζωή τῆς ἁγιότητος, πού προσφέρει ἡ θεία οἰκονομία στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὑπάρχει ἕνας ἀκατάπαυστος δυναμισμός. Δέν ἔχει σχέση ἡ χριστιανική ἁγιότης μέ τήν αὐτάρκεια καί στασιμότητα μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς, πρόκειται μᾶλλον γιά μιά συνεχῆ ἐπέκταση, μιά ἀδιάπαυστη διεύρυνση τῶν ὁρίων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά κινῆται "κατά χάριν" συνεχῶς πρός τά ἀσύληπτα βάθη τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν οἱ Ἕλληνες πατέρες ἀναφέρονται στή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου τῆς οἰκονομίας γιά θέωση, ἐννοοῦν ἀκριβῶς ὅτι πρόκειται γιά ἕνα γίγνεσθαι πού προσφέρεται στόν ἄνθρωπο, γιά μιά κίνηση ἀπό τό "κατ' εἰκόνα" στό "καθ' ὁμοίωσιν, ἀπό τό κτιστό στό ἄκτιστο. Βέβαια τό ὀντολογικό χάσμα πού χωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο παραμένει, μέ τήν ἔννοια ὅτι ποτέ τό κτιστό δέν ταυτίζεται μέ τό ἄκτιστο. Ἐνῶ ὅμως δέν ἔχουμε στή θέωση ταύτιση κτιστοῦ καί ἀκτίστου ἤ μετάβαση τοῦ ἀνθρώπου σέ μιάν ἄλλη ὀντική σφαίρα, τό κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνεται στή θεία ζωή. Μέ τή θέωση, μέ τή διείσδυση δηλ. στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο παραμένει μιά μοναδικά ἰδιαίτερη εἰκόνα, πού συνεχῶς ἐκλαμπρύνεται καί καταυγάζεται ἀπό τό φῶς τοῦ θείου κάλλους. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου πατερική διδασκαλία δέν ὑποθέτει σέ καμμιά περίπτωση ἀπόρριψη ἤ ὑποτίμηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Δέν ἔχουμε ἐδῶ ἀπορρόφηση καί ἐξαφάνιση τοῦ θεουμένου ἤ μετάβασή του σέ μιάν ἀφηρημένη θεία σφαίρα, ἀλλά ἀκριβῶς μεταμόρφωσή του. Ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί ὁλοκληρώνεται ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὑψώνεται δηλ. στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς χωρίς ὅμως νά χάνη τήν ταυτότητά του. Ὁ ἄνθρωπος στήν κατάσταση τῆς θεώσεως παραμένει πραγματικά ἕνα ἰδιαίτερο καί μοναδικό κόσμημα πού φωτίζεται ἀπό τή θεία ὡραιότητα. 
γ) Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας 
Ἡ ἁγιότης καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου πραγματώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Παῦλος συνέδεε τό μυστήριο τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δέν τόνιζε μόνο ὅτι σ' αὐτήν "οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος..., βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος", συγχρόνως ὑπεγράμμιζε ὅτι στήν Ἐκκλησία ὁ Χριστός εἶναι "τά πάντα καί ἐν πᾶσι" (Κολ. 3: 11). Κατ' ἀκρίβειαν, Αὐτός εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀπ' ἀρχῆς, ἡ ἀπό τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου. "Τά πάντα δι' Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται, καί Αὐτός ἐστι πρό πάντων καί τά πάντα ἐν Αὐτῷ συνέστηκε. Καί Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας" (Κολ. 1: 16-18).
Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, μέ ἁπλοποιημένο ἴσως τρόπο, ὅτι ἡ θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας ἀποβλεπει στήν ἐκκλησιαστικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἐντελέχεια, ἡ ἐκκλησιαστική τελολογία τῆς κτίσεως. Μέ τήν οἰκονομία Του ὁ Θεάνθρωπος ἀπεργάζεται τήν ἐπανασυγκρότηση καί ἐπανενότητα τῆς κτίσεως. Ἄν ἡ ἁμαρτία εἶναι διάσπαση καί διάλυση, παράλογη ἀποσύνθεση καί θάνατος, ἡ σωτηρία κατανοεῖται ὡς παλινδρόμηση στήν ἀρχική ἑνότητα, ὡς ἐπιστροφή στήν ἔνθεο πανενότητα τῆς κτίσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βάση πάνω στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ ἑνότητα τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ συνεκτική δύναμη τοῦ κόσμου. Οἱ ζωτικοί ἱστοί πού συνέχουν τήν κτίση βρίσκονται στήν πραγματικότητα καί στήν ἑνοποιό ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χωρίς τήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχη καί νά λειτουργῇ ὡς κοινωνικό ὄν καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν θά μποροῦσε νά ἔχη πρόσβαση καί συνειδητή ἐπικοινωνία μέ τό Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας βιώνει τήν ἑνότητα σέ τρία ἐπίπεδα. Πρῶτα ἔχει τήν αἴσθηση καί συνείδηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό. Μέ τήν πίστη του ἀναφέρεται στό Θεό καί ἔχει τή δυνατότητα νά μετέχη συνειδητά στίς ἐνέργειές Του. Μέσα στήν Ἐκκλησία δηλ., διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, γεφυρώνεται τό χάσμα, πού εἶχε προξενήσει ἡ ἁμαρτία μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, χρόνου καί αἰωνιότητος. Ἄν ἡ ἁμαρτία λειτουργοῦσε ὡς "μεσότοιχον" πού δέν ἐπέτρεπε "τήν προσαγωγήν... ἐν ἑνί Πνεύματι πρός τόν Πατέρα" (Ἐφ. 2: 14-18), ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καταργεῖ τό ρῆγμα πού εἶχε δημιουργηθεῖ στή σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί λειτουργεῖ ὡς συνεκτικός παράγων, ὡς ἑνοποιητική δύναμη πού προάγει διά τῆς πίστεως τά ἀνθρώπινα πρόσωπα στή θεία κοινωνία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θά σημειώση ὅτι, "σχέση ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι' ἧς ἀγνώστως, ἀλλ' οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν".
Στή συνέχεια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν νοεῖται ὡς ἀπομονωμένη καί αὐτονομημένη ὀντότης, ἀλλά στή σχέση του μέ τά ἄλλα ἀνθρώπινα πρόσωπα. Ἡ ἁμαρτία δέν διέρρηξε μόνο τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου καί κατά συνέπεια διαστρεύλωσε τή σχέση ἀνθρώπου καί ἀνθρώπου. Καί ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ πάλι δέν ἀποκαθιστᾶ μόνο τή σχέση τοῦ ἀτόμου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου ἐπαναφέρει τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό συνάνθρωπό του στήν ἀρχική της καθαρότητα. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ἔχει μιάν ἄλλη κοινωνική ὑποδομή πού προσδιορίζεται ἀπό τήν ἀγαπητική ἰδιότητα. Θά πρέπει ἐδῶ νά τονίσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη δέν κατανοεῖται ἁπλῶς σάν μιά ἀρετή ἤ σάν κοινωνική μόνο συμπεριφορά, ἀλλά σάν συστατικό τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι. Μέ τήν ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καί διαπορεύεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως στό Θεό ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεως και τῆς ἐνεργείας Του εἶναι ἡ ἀγάπη, κατά εἰκονικό καί ἀναλογικό τρόπο στόν ἄνθρωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη ὑποτίθεται ὡς δομικό στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του. Διαποτίζει καί χαρακτηρίζει τό ὅλο εἶναι του. Εἶναι "ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος" (Μάρκ. 123: 30).
Τέλος, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεανθρώπου ἐπανακτίζεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ διχασμένος καί διαταραγμένος ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ξαναβρίσκει τήν ἑνότητα τῆς αἰσθήσεως καί τῆς αὐτοσυνειδησίας του. Ἡ σκέψη του, ἡ ζωή καί τό εἶναι του ἐπανέρχονται στήν πληρότητα τῆς θεοειδοῦς ὑπάρξεως. Μέ τήν οἰκονομία, τό κακό πού ἀποσυνθέτει καί διχάζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει χάσει τήν ἰσχύ του καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὑψωθῆ σέ μιάν ἄλλη αἴσθηση τῆς ὑπάρξεώς του καί τοῦ κόσμου. Μπορεῖ νά βιώνη τήν ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου του καί νά ἔχη μιά ὁλοκληρωμένη ἀντίληψη του κόσμου. Ὅπως στό ἕνα πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου ὑπάρχουν ἑνωμένες οἱ δύο φύσεις "ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως" καί ἐκδηλώνονται στόν ἕνα φορέα πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ συνείδηση τῆς ἑνότητος μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ, μεταξύ τοῦ ἐνθάδε καί τοῦ ἐπέκεινα, μεταξύ τοῦ "ἐγώ" καί τοῦ "σύ". Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν συνθλίβεται ἀπό τήν καταστροφική καί διασπαστική δύναμη τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, ἀλλά ἔχει συνείδηση πρῶτα τῆς δικῆς του ὑπαρξιακῆς συνοχῆς καί ἑνότητος καί συγχρόνως ὁλοκληρωμένη εἰκόνα τῆς κοινωνίας καί τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑπερβαίνει τούς διχασμούς καί τήν ἐγωκεντρική ἀπομόνωση πού τοῦ ἐπέβαλε ἡ ἁμαρτία καί ἀναγνωρίζει τήν ὀργανική καί Θεανθρώπινη ἑνότητα τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ κόσμου.
Ἡ ὀργανική ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου παρεμβαίνει εὐεργετικά καί στήν ὅλη κτίση. Ἔτσι, ἡ ἐσχατολογική μεταμόρφωση τοῦ κόσμου δέν πραγματώνεται μηχανικά ἤ μαγικά, ἀπό μιά δύναμη πού ἔρχεται ἀπ' ἔξω, ἀλλά περνάει μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀποκατάσταση. Ἄν ἡ φύση "συστενάζει καί συνωδίνει" (Ρωμ. 8: 22), καί ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἀνθρώπινης ἀκεραιότητας, μέ τήν ἐπανασυγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου ἡ κτίση ὀργανικά καί φυσικά ἐπανέρχεται στήν ἀρχική της ὁλοκληρία.
Ἡ αἴσθηση καί ἡ συνείδηση τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου ἔχει τεραστία σημασία γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας. Παράλληλα ἔχει τήν ἰδιαίτερη σημασία της γιά τή συνειδητοποίηση, ὅτι ἡ ποιμαντική καί ἡ ἐν γένει διακονία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀποκλειστικά μιά στρατηγική ἐργασίας, οὔτε μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν ἐξωτερική δραστηριότητα ἤ σέ προγραμματισμούς καί ἐφαρμογές γιά τή φροντίδα τῆς ἐπικαιρότητας. Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά παραγνωρίζη τίς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου στό χρόνο καί στό περιβάλλον πού αὐτός ζῆ, δέν μπορεῖ νά εἶναι, σέ καμμιά περίπτωση, ἄνευ ὅρων ὑποταγή στά κοινωνικά δεδομένα καί στούς κοινωνικούς ἐξαναγκασμούς.
Ἡ διαπίστωση αὐτή μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει νά λειτουργῆ συνθετικά, ἔχοντας συναίσθηση, ὅτι ἡ πράξη καί ἡ θεωρία εἶναι ἀλληλένδετες, ὅτι δηλ. ἀποτελοῦν κατ' οὐσίαν συζυγία. Ἡ Ἐκκλησία, ἔχοντας ἐπίγνωση, ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι θεωρητική αὐτόνομη λειτουργία τοῦ λόγου, ἀλλά στήν οὐσία εἶναι δραστηριότητα, καί ὅτι ἡ δραστηριότητα πάλι δέν εἶναι ἀποκλειστικά ἀκτιβισμός, ἀλλά ἐξ ἴσου εἶναι θεολογία, μπορεῖ νά δώση στή διακονία της μιά πληρότητα καί μιά ἔκταση πού, χωρίς νά ὑποτιμᾶ τό ἐδῶ καί τό τώρα, θά στηρίζεται στά θεολογικά ἐκεῖνα ἐρείσματα πού προσδιορίζουν καί προδιαγράφουν τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Μέσα σ' αὐτό τό πλαίσιο, τῆς συνθετικῆς ἀντιλήψεως θεολογίας καί δράσεως μπορεῖ ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας νά εἶναι ἐφικτή. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει τό χρέος νά στηρίζη τό ἔργο της, χωρίς προφανῶς νά παραθεωρῆ τήν ἐπικαιρότητα, στή θεολογία τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου. Μόνο ἄν κατανοηθῆ ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας, ποιά εἶναι ἡ δομή καί τό βάθος τῆς ὑπάρξεώς του, ποιά εἶναι ἡ κλήση καί ἡ ἐλπίδα του, μπορεῖ ἡ ποιμαντική προσφορά νά εἶναι ἀποτελεσματική καί νά ἀνταποκρίνεται πραγματικά στίς ὑπαρξιακές ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων.

παλαια & Καινή Διαθήκη Βιβλικά Θέματα

    παλαια  &       Καινή Διαθήκη      Βιβλικά Θέματα
 
"Οὕτω δέ καί ὁ τόν κανόνα τῆς ἀληθείας ἀκλινῆ ἐν ἑαυτῷ κατέχων, ὅν διά τοῦ βαπτίσματος εἴληφε, τά μέν ἐκ τῶν Γραφῶν ὀνόματα καί τάς λέξεις καί τάς παραβολάς ἐπιγνώσεται, τήν δέ βλάσφημον ὑπόθεσιν ταύτην οὐκ ἐπιγνώσεται.... Τοῦτο τό κήρυγμα παρειληφεῖα, καί ταύτην τήν πίστιν, ὡς προέφαμεν, ἡ Ἐκκλησία, καί παρ' ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη, ἐπιμελῶς φυλάσσει, ὡς ἕνα οἶκον οἰκοῦσα καί ὁμοίως πιστεύει τούτοις, ὡς μίαν ψυχήν καί τήν αὐτήν ἔχουσα καρδίαν, καί συμφώνως ταῦτα κηρύσσει καί διδάσκει καί παραδίδωσιν, ὡς ἕν στόμα κεκτημένη. Καί γάρ αἱ κατά τόν κόσμον διάλεκτοι ἀνόμοιοι, ἀλλ' ἡ δύναμις τῆς παραδόσεως μία καί ἡ αὐτή". Εἰρηναίου, Ἔλεγχος, Α´ Ι.
Ἡ Ἁγία Γραφή περιέχει τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μιλᾶ καί ὁ ἄνθρωπος ἀκούει. Αὐτό εἶναι ἀληθινό. Δέν ἀποδίδει ὅμως ἡ φράση αὐτή ἐπαρκῶς ὅλη τήν ἀλήθεια τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσα στήν Ἁγ. Γραφή, διότι αὐτή περιγράφει τά σωτήρια γιά τόν ἄνθρωπο καί τήν ἀνθρωπότητα ἔργα τοῦ Θεοῦ, ἑρμηνεύει τά ἔργα αὐτά καί δίνει τό σωστό νόημά τους γιά τούς ἀνθρώπους. Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ὁ "λόγος τοῦ Θεοῦ" πρός χάρη μας. Ὁ Θεός μέσα στή Γραφή ἐνεργεῖ καί μιλᾶ· καί ἐμεῖς δέν ἀκοῦμε μόνο, ἀλλά καί μετέχουμε σ' αὐτό πού ὁ Θεός κάνει γιά μᾶς.
1. Τά σωτήρια ἔργα τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς καί ἡ σωστή τους ἑρμηνεία τελεσιουργοῦνται πρός χάρη μας μέσα στή Λατρεία. Ἔτσι ὁ Θεός θέλησε. Ἡ χριστιανική λατρεία εἶναι ἀδιανόητη ἔξω ἀπό τά πλαίσια τῆς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ μ' ἐμᾶς. Ἡ Διαθήκη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἱστορικό γεγονός, πού μέσα στή Λατρεία, μέ τήν "ἀνάμνηση" ἐπαναλαμβάνεται καί ἑρμηνεύεται σωστά ἀπό τά Ἀναγνώσματα καί τό Κήρυγμα. Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ πυρήνας αὐτῆς τῆς "ἀναμνήσεως". Τά λειτουργικά ἤ ἄλλα Ἀναγνώσματα δέν ἀποβλέπουν ἀλλοῦ, παρά νά ἑρμηνεύσουν τό νόημα τῆς Λειτουργίας ἤ τῶν Μυστηρίων, δηλαδή τῶν σωτηριωδῶν πράξεων τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς στήν Εὐχαριστία, στό Βάπτισμα, στό Γάμο, στή Χειροτονία κλπ.
Ἑπομένως, Λατρεία καί Ἁγία Γραφή εἶναι ἀναπόσπαστα ἑνωμένα. Δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε σωστά τήν μία χωρίς τήν ἄλλη. Ἐνῶ ἡ μελέτη τῆς Γραφῆς ἔξω ἀπό τό σωτήριο μυστήριο, πού συντελεῖται στή Λειτουργία, ἀφήνει περισσότερες δυνατότητες ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ νά γίνει λόγος τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει μία κατεύθυνση, ἀπό τόν Θεό πρός τόν ἄνθρωπο ἤ τήν ἀνθρωπότητα, ἐνῶ ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τήν κατεύθυνση ἀπό τόν ἕναν ἄνθρωπο στόν ἄλλο. Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ λόγος τοῦ κόσμου καί τῶν φιλοσόφων, καί εἶναι αὐτοδύναμος καί αὐταπόδεικτος. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν στηρίζεται στόν ἄνθρωπο, ἀλλά σ' αὐτόν πού δίνει τό λόγο πρός τούς ἀνθρώπους. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ στηρίζεται στή δύναμη τοῦ Θεοῦ καί δέν εἶναι αὐταπόδεικτος καί αὐτοδύναμος, ὅπως παρουσιάζεται τουλάχιστον ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ δικός μας λόγος, ἐνῶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Λόγος πού θέλει καί δίνει ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι αὐτό πού εἴμαστε ἐμεῖς, εἴτε πνευματικά, εἴτε πολιτικά, εἴτε κοινωνικά, ἀλλά αὐτό πού μᾶς καλεῖ νά γίνουμε· εἶναι πρόσκληση πρός μετάνοια καί μεταμόρφωση. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ κρίνει καί θέτει ὑπό κρίση τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σέ κοινωνία διά τοῦ λόγου μέ τόν Θεό. Ἕνωση ἔχουμε κατά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ζωή, ἀλλά καί ἡ ἀλήθεια. Ὁ ἄνθρωπος διά τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ δέν γίνεται ἡ Ἀλήθεια, ἀλλά προσεγγίζει ἤ καλύτερα κοινωνεῖ καί ἑνώνεται μέ τήν ἀλήθεια. Ἀκόμα, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μία ἄχρονη καί ἐκτός τῆς κοινῆς πραγματικότητας ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά εἶναι ἡ ἐντός τῆς ἱστορίας καί ἐντός τῶν συγκεκριμένων συνθηκῶν καί ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου τοποθέτηση. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἑπομένως, ἐνσαρκοῦται στίς συγκεκριμένες καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὁ ἄνθρωπος δέχεται ἤ ἀπορρίπτει τό λόγο. Ὅταν τόν ἀπορρίπτει, περιπίπτει κάτω ἀπό ἄλλο "κύριο", γιατί ὁ ἄνθρωπος τότε χάνει τήν ἐλευθερία του. Ὅταν τόν δέχεται, μετέχει στήν ἀλήθεια. Ἡ Ἁγία Γραφή παρουσιάζεται ἀπό τόν Ὠριγένη ὡς ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ. Πλησιάζει ἔτσι τόν ἄνθρωπο, ὄχι μόνο ὡς φωτισμός, ἀλλά καί ὡς δύναμη ("οὐ γάρ ἐν λόγω ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ' ἐν δυνάμει" Α´ Κορ. 4,20), φέρνει ἐπανάσταση ὄχι μόνο εἰρήνη.
2. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πραγματώνεται μέσα στήν ἱστορία καί ἀναπτύσσεται γύρω ἀπό ἕνα κέντρο καί φωτίζεται ἀπό αὐτό. Ἀπό τό πρόσωπο δηλαδή καί τό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅλη ἡ ἱστορία τῆς θείας Ἀποκαλύψεως συνοψίζεται στήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ ὡς τήν ἀρχή ἐκείνη τοῦ κόσμου καί τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας πού ἀγαπᾶ, σώζει καί ὁδηγεῖ τήν ἀνθρωπότητα στήν ἱστορική της τελείωση. Ὅλα αὐτά παρά τήν ὕπαρξη τοῦ ἀλόγου, τῆς ἀποτυχίας, τῆς ἀπογνώσεως, τῆς διαστροφῆς καί τοῦ ἐκμηδενισμοῦ στή ζωή τῶν ἀτόμων καί στήν ἱστορία τῶν λαῶν. Αὐτό τό λυτρωτικό περιεχόμενο συνοπτικά τελετουργεῖ ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἱστορία καί Εὐχαριστία εἶναι ἀναπόσπαστα δεμένες.
Ἡ Ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μόνο ἡ γεμάτη ἀπό νόημα ὅραση τῆς πραγματικότητας πού ἀποκτᾶται ἀπό τήν ἱστορία ἀπέναντι στό ψέμα, τή φθορά καί τό θάνατο, ἀλλά καί ἡ συνείδηση τῆς δυνατότητας γιά τήν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ νοήματος μέ τό νά ὑπερνικηθοῦν μέσα στήν πίστη οἱ ἀρνητικές δυνάμεις τῆς ζωῆς. Ἡ Ἀποκάλυψη εἶναι στήν οὐσία ἡ δημιουργία γιά τόν ἄνθρωπο ἤ τήν ἀνθρωπότητα μιᾶς νέας δυνατότητας ζωῆς. Ἡ δυνατότητα αὐτή δέν ἔχει μόνο τό χαρακτήρα μιᾶς νίκης πάνω στά ἀρνητικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς, ἀπό κάποιο μεμονωμενο ἄτομο, ὁλότελα ἀνεξάρτητο ἀπό τά ἄλλα, δηλαδή ὁλότελα ἀνεξάρτητο ἀπό τίς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀλλ' ἀποβλέπει κατά κύριο λόγο σ' αὐτές τίς ἴδιες τίς σχέσεις καί στίς ἀρνητικές καταστάσεις τῶν σχέσεων αὐτῶν, γιά τή διαμόρφωση μιᾶς σωστῆς "κοινωνίας" ἀνθρώπων. Ἡ ἀποκάλυψη εἶναι "κοινωνία" μέσα στήν Εὐχαριστία. Ἡ νέα ὅραση τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη, ἡ φανέρωση τῆς θεανδρικῆς προσωπικότητας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία δέν ἀποτελοῡν ἁπλούς παιδαγωγικούς "τύπους", πρότυπα καί παραδείγματα γιά διδασκαλία καί μόνο τῶν μεταγενεστέρων, ἀλλά σταθμούς γιά νέες πνευματικές δημιουργίες, νέες πηγές δυνάμεως, γιά τήν ζωή τοῦ κόσμου. Ἀποκάλυψη - ἱστορία - σωτηρία εἶναι ἔννοιες πού συνδέονται ἀναπόσπαστα. Ἡ σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας στήν ἱστορία ἀποτελεῖ στό βάθος της μία μυστηριώδη διαδικασία καί διεργασία, ζωντανή μέσα στό εὐχαριστιακό μυστήριο συνέχιση τοῦ παρελθόντος στό παρόν. Μέσα στό μυστήριο αὐτῆς τῆς συνέχειας, ὁ πιστός ἔχει τή δυνατότητα νά βιώσει τό ἀρχικό γεγονός τῆς ἀποκαλύψεως, ἀφοῦ τά ὅρια ἀνάμεσα στό παρελθόν καί παρόν οὐσιαστικά καταργοῦνται. Παράδοση τῆς ἀλήθειας πού ἔχει ἀποκαλυφθεῖ σημαίνει γιά τόν ἄνθρωπο τή δυνατότητα γιά συμμετοχή του καί κοινωνία στήν ὅραση τῆς πραγματικότητας ἐκείνης πού καθιστᾶ κάποιον μέλος τῆς νέας ἀνθρωπότητας, τῆς "καινῆς κτίσεως". "Οὐ γάρ ἐν λόγω ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ' ἐν δυνάμει" (Α´ Κορ. 4,20) Στόν ἄνθρωπο πού ἔχει πλασθεῖ "κατ' εἰκόνα" τοῦ Θεοῦ, μά πού σηκώνει βάρη ἀπό ἀδυναμίες κάθε εἴδους, δέν εἶναι μόνο ἡ ἀλήθεια καθεαυτή δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν. Τό δῶρο ὁλοκληρώνεται στή διατήρηση τῆς ἀλήθειας μέσα στήν παράδοση, ἰδιαίτερα τήν εὐχαριστιακή, ὅπως εἶναι δῶρο καί χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ "οἰκείωση" ἀπό κάθε πιστό τῆς ἀλήθειας μέσα στήν πίστη.
Ἐάν λάβει κανείς ὑπόψη του ὅλη τή συγκεκριμένη ἱστορική κατάσταση κάτω ἀπό τήν ὁποία ἔγραψε ὁ Εἰρηναῖος, μπορεῖ νά πεῖ ὅτι ὡς παράδοση θεωρεῖ τή δυνατότητα τῆς Ἐκκλησίας νά ἑρμηνεύει ὡς Ἐκκλησία τό ἀποκαλυπτικό γεγονός ἤ τήν ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθεια, πού περιέχουν τά ἱερά κείμενα κατά ἑνιαῖο τρόπο. Ἡ ἀλήθεια παραλαμβάνεται, φυλάσσεται καί κηρύσσεται ἤ παραδίνεται. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μέσα σέ ὅλα αὐτά εἶναι δυνατή ἐξαιτίας τῆς δυνάμεως τῆς παραδόσεως. Ἡ ἑρμηνευτική ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας δέ βρίσκεται μέσα σ' αὐτό ἤ σ' ἐκεῖνο τό βιβλικό κείμενο, ἀλλά στήν κατάσταση πού τό δημιούργησε, τό συντήρησε, τό κατέγραψε καί τά ἀναγνώρισε, δηλαδή μέσα στή συνέχεια τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας.
Συνοψίζοντας ὅλα αὐτά θά μπορούσαμε νά ποῦμε τά ἑξῆς: α) Ἡ ἀλήθεια στή θεολογία ἔχει ὡς στόχο τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἀνθρώπινης κοινότητας. β) Ἐνῶ ἀναζητιέται ἡ ἀλήθεια ἀπό τόν ἄνθρωπο, στήν οὐσία αὐτή τόν συναντᾶ ὄχι τόσο στή διάσταση τῆς νοήσεως, ὅσο στά βάθος τοῦ σύνθετου χαρακτήρα τῆς ἱστορικῆς ἐμπειρίας, μέσα στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος καί ἡ ἀνθρώπινη κοινότητα, βιώνοντας τήν κοινωνία τῆς Εὐχαριστίας, ὁδηγοῦνται ἀπό τή συνάντηση αὐτή στήν ἀνακάλυψη τῆς "ὑπεριστορικῆς" διαστάσεώς τους. γ) Ἡ ἀλήθεια, ὡς συνάντηση ἀπό τό νόημα καί ὡς πορεία πρός τό νόημα αὐτό, εἶναι "παράδοση" δηλαδή ἡ βίωση κάτω ἀπό συγκεκριμένες συνθῆκες, τοῦ μυστηρίου τῆς δημιουργικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού ὁδηγεῖ στήν τελείωση μέσα στήν ἐμπειρία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καθώς πορεύεται πρός τήν ἱστορική του τελείωση. Ὡς τέτοιου εἴδους συνάντηση ἀπό τόν Θεό καί πορεία πρός Αὐτόν, ἡ ἀλήθεια ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἑρμηνεία.

Β. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Β. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
 
 
 
 
 
 
 
Η Αγία Γραφή αποτελεί την πηγή και τη βάση ολόκληρης της λειτουργικής και πνευματικής ζωής της Εκκλησίας. Ο βιβλικός λόγος αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ορθόδοξης λατρείας, της ευχαριστιακής λειτουργίας. [i] Η χριστιανική λατρεία είναι η απάντηση των ανθρώπων στο θείο κάλεσμα, στις σωτηριώδεις πράξεις του Θεού που κορυφώνονται στη λυτρωτική πράξη του Χριστού, τη σταύρωση και την ανάσταση. Η χριστιανική λατρεία είναι κυρίως μια «ενθύμηση» και είναι δυνατή μόνο μέσα στην προοπτική της ιερής ιστορίας. Η δομή της βιβλικής λατρείας έχει τις απαρχές της στην Παλαιά Διαθήκη. Την οδηγούσαν και την καθόριζαν η μνήμη και η ανάμνηση: λ.χ. η έξοδος, η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, η σιναϊτική Διαθήκη. Αυτός ο «ιστορικός» χαρακτήρας της λατρείας εδραιώνεται και ενισχύεται στη χριστιανική Εκκλησία. [ii] Λατρεία και Γραφή είναι αναπόσπαστα ενωμένα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε σωστά τη μια χωρίς την άλλη και παράλληλα να βιώσουμε τη μυστηριακή επανάληψη ενός σωτηριώδους γεγονότος. [iii]
Έτσι η Εκκλησία μας χρησιμοποίησε πολλά «αναγνώσματα» της Π. Διαθήκης, αλλά και της Κ. Διαθήκης [iv] ?αν και στο σύνολό της η Π. Διαθήκη φαίνεται να έχει παραγκωνισθεί από τη θεία λατρεία [v] ? δηλαδή όλα εκείνα τα βιβλικά κείμενα (εκτός από τους Ψαλμούς) που διαβάζονται στη λατρεία και περιέχονται στον ευρύτερο Αλεξανδρινό Κανόνα. Η Εκκλησία επέλεξε τα αναγνώσματα της Π. Διαθήκης που συνδέονται με το θεολογικό «πιστεύω» του βιβλικού Ισραήλ από όλο το φάσμα της βιβλικής ιστορίας και προτίμησε, μάλιστα, εκείνες τις ενότητες με τα θετικά στοιχεία της Αποκάλυψης (απέφυγε δηλαδή εκείνα τα κείμενα που αναφέρονται στις δοκιμασίες του Ισραήλ). [vi] Τα παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα θεσπίσθηκαν για να εξυπηρετήσουν τρεις βασικούς σωτηριολογικούς λόγους: 1. να παρουσιάσουν τυπολογικά την εκπλήρωση των υποσχέσεων του Θεού, 2. να υπενθυμίσουν στους χριστιανούς τη συμπαράσταση του Θεού, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από την ιστορία του βιβλικού Ισραήλ, και 3. να τονίσουν το συνεχές της ανθρώπινης ιστορίας. Σκοπός των αναγνωσμάτων είναι παράλληλα προέκταση των μεγάλων γεγονότων της ιστορικής πορείας του Ισραήλ. [vii] Ιδιαίτερα το βιβλίο της Εξόδου αναγιγνώσκεται γιατί η προσωπικότητα του Μωυσή, η έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο και το εβραϊκό Πάσχα είναι προτυπώσεις του Χριστού, του απολυτρωτικού έργου του και του χριστιανικού Πάσχα. [viii]
Αναγνώσματα από το βιβλίο της Εξόδου [ix] έχουν οι παρακάτω εορτές του εκκλησιαστικού έτους:
1. Κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού διαβάζεται κατά την ακολουθία του Εσπερινού το Έξ. 15,22-27, όπου έχουμε τον επινίκειο ύμνο του Μωυσή:
«?σωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν...»
2. Κατά την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου διαβάζεται κατά την ακολουθία του Εσπερινού το Έξ. 40,1-16.34-35, όπου έχουμε το στήσιμο και τον καθαγιασμό της σκηνής του Μαρτυρίου, καθώς επίσης και την εμφάνιση της δόξας του Κυρίου υπό μορφή νεφέλης.
3. Κατά την ακολουθία του Εσπερινού των Θεοφανείων διαβάζεται το Έξ. 14,15-29, 15,22-16,1 και 2,5-10. Στις ενότητες αυτές έχουμε τον επινίκειο ύμνο του Μωυσή, το πικρό νερό της Μερρά, τη γέννηση του Μωυσή.
4. Κατά την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου διαβάζεται το Έξ. 13,1-3.10-12.14-16, όπου έχουμε την αφιέρωση των πρωτοτόκων και τη γιορτή των Αζύμων.
5. Κατά τη σύναξη του αρχαγγέλου Μιχαήλ διαβάζεται το Έξ. 3,1-8, όπου έχουμε την κλήση του Μωυσή.
6. Κατά την εορτή της Μεταμόρφωσης του Κυρίου διαβάζεται κατά την ακολουθία του Εσπερινού το Έξ. 24,12-18.33,11-23.34,4-6.8. Σ? αυτές τις ενότητες έχουμε το Μωυσή στο όρος Σινά για να παραλάβει τις λίθινες πλάκες, την υπόσχεση του Κυρίου για τη διαρκή παρουσία του και το γεγονός με τις δεύτερες λίθινες πλάκες.
7. Κατά τη Μεγάλη Δευτέρα στον Εσπερινό διαβάζεται το Έξ. 1,1-20, όπου έχουμε «τα ονόματα των υιών Ισραήλ των εισπεπορευμένων εις Αίγυπτον» και την καταπίεση των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο.
8. Κατά τη Μεγάλη Τετάρτη στον Εσπερινό διαβάζεται τό Έξ. 2,11-12, όπου έχουμε την καταφυγή του Μωυσή στη Μαδιάμ.
9. Κατά τη Μεγάλη Πέμπτη στον Εσπερινό διαβάζεται τό Έξ. 19,10-19, με κεντρικό θέμα τη Θεοφάνεια στο όρος Σινά.
10. Κατά τη Μεγάλη Παρασκευή στον Εσπερινό διαβάζεται το Έξ. 33,11-23, με την υπόσχεση του Θεού για τη διαρκή παρουσία του στον Ισραήλ.
11. Κατά το Μεγάλο Σάββατο στον Εσπερινό διαβάζεται το Έξ. 12,1-11 και 13,20-15,19. Στις ενότητες αυτές έχουμε τις διατάξεις για το πρώτο Πάσχα των Ισραηλιτών, το γεγονός της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας και τον επινίκειο ύμνο του Μωυσή.
Η παράδοση της εξόδου στην υμνογραφία: Η παράδοση της εξόδου και ιδιαίτερα η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας χρησιμοποιήθηκε από τους υμνογράφους και αποτυπώθηκε ως θεία εικόνα, δια της οποίας διεγράφησαν κάποτε με μεγαλειώδη τρόπο γεγονότα του βίου του Θεανθρώπου. Ευθύς εξ αρχής σημειώνουμε το Θεοτοκίο της Ακολουθίας του Εσπερινού, όπου έχουμε τα θαυμαστά γεγονότα της παράδοσης της εξόδου: «Εν τη Ερυθρά Θαλάσση της απειρογάμου Νύμφης εικών διεγράφη ποτέ. Εκεί Μωυσής διαιρέτης του ύδατος·ενθάδε Γαβριήλ υπηρέτης του θαύματος· τότε τον βυθόν επέζευσεν αβρόχως Ισραήλ· νυν δε τον Χριστόν εγέννησεν ασπόρως η Παρθένος· η θάλασσα μετά την πάροδον του Ισραήλ έμεινεν άβατος· η άμεμπτος μετά την κύησιν του Εμμανουήλ έμεινεν άφθορος. Ο ων και προών και φανείς ως άνθρωπος Θεός, ελέησον ημάς». Ακόμη στην ικετήριο ευχή προς το Θεό, λεγόμενη «εν καιρώ λοιμού και λιμού», ο λαός της ερήμου, η ακρότομος πέτρα και το μάννα αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της: «Ο των θαυμασίων Θεός, ο και μεγάλα και θαυμαστά εργασάμενος· ο τον παλαιόν Ισραήλ δια Μωυσέως ελευθερώσας της πικράς δουλείας του Φαραώ· ο τη χειρί σου τη δεξιά τούτον καθοδηγήσας, και αβλαβή διασώσας προς την γην της επαγγελίας· ο πρότερον μεν δια των ορνίθων εκείνων εις κόρον εκθρέψας ουκ ευαρίθμητον λαόν εν τη ερήμω τη ξηροτάτη· ο ομβρήσας το μάννα, καθάπερ ύδωρ εκ πηγής αεννάου· ο την ακρότομον πέτραν πηγάς υδάτων ομβρήσαι παρασκευάσας, και πάντας κορέσας τη του ύδατος εκχύσει τω δίψει πιεζομένους· ούτω και νυν ημάς θρέψον τη συνήθει σου φιλανθρωπία και αγαθότητι· χορήγησον ημίν τα δέοντα, και αυτάρκησον προς υπουργίαν και τροφήν ημετέραν· δείξον και εν ημίν τα σα μεγάλα θαυμάσια, και θρέψον ημάς εις κόρον τη ευλογία της σης χρηστότητος· πάντα γαρ δυνατά σοι, αδυνατεί δε σοι ουδέν. Ναι, Κύριε ο Θεός ημών, ο εκθρέψας μυριάδας λαού εν ολίγοις άρτοις εν τη ερήμω, θρέψον και νυν ημάς τη αφάτω σου ευσπλαγχνία, και μη παρίδης τας δεήσεις ημών των αμαρτωλών και αναξίων δούλων σου· ίνα δοξασθή το πανάγιον Όνομα σου του Πατρός». [x] Η παράδοση της εξόδου αποτυπώθηκε έντονα και στις καταβασίες [xi] των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών, που ανήκουν στα αριστουργήματα της εκκλησιαστικής μας ποίησης και αποτελούν, όλες τους, ποιήματα των αγίων Ιωάννη Δαμασκηνού (676-756) [xii] και Κοσμά του Μελωδού ή Ιεροσολυμίτου, επισκόπου Μαϊουμά (674-749) [xiii] [Σαβαΐτες].
Καταβασίες του Πάσχα: Ωδή γ/.
Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ? αφθαρσίας πηγήν εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ω στερούμεθα. > Νερό από το βράχο (καινό πόμα = αίμα Χριστού) [Έξ. 17,1-7].
Καταβασίες της Αναλήψεως: Ωδή α/. Ήχος πλ. α/.
Τω σωτήρι Θεώ τω εν θαλάσση λαόν ποσίν αβρόχοις οδηγήσαντι και Φαραώ πανστρατιά καταποντίσαντι, αυτώ μόνω άσωμεν, ότι δεδόξασται > Ύμνοις για τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας (Έξ. 15,1-19).
Ωδή η/.
?φλεκτος πυρί εν Σινά προσομιλούσα βάτος Θεόν εγνώρισε τω βραδυγλώσσω και δυσήχω Μωσεί· και Παίδας ζήλος Θεού τρεις αναλώτους τω πυρί υμνωδούς έδειξε. Πάντα τα έργα τον Κύριον υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας > η εμφάνιση του Θεού στο Μωυσή στη φλεγόμενη βάτο (Έξ. 3,1-6).
Ωδή α/. Ήχος δ/.
Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω Ερρητόρευσε τον θεόγραφον νόμον· Ιλύν γαρ εκτινάξας όμματος νόο ορά τον όντα και μυείται Πνεύματος Γνώσιν, γεραίρων ενθέοις τοις άσμασιν > ο Μωυσής σκεπάστηκε από το θείο γνόφο (Έξ. 20,21).
Καταβασίες της Μεταμορφώσεως: Ωδή α/. Ήχος δ/.
Χοροί Ισραήλ ανίκμοις ποσί πόντον ερυθρόν και υγρόν βυθόν διελάσαντες, αναβάτας τριστάτας δυσμενείς ορώντες εν αυτώ υποβρυχίους, εν αγαλλιάσει έμελπον· άσωμεν τω Θεώ ημών, ότι δεδόξασται > η θαυμαστή διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας και ο καταποντισμός των Αιγυπτίων (Έξ. 14,15-31).
Καταβασίες της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού: Ωδή α/. Ήχος πλ. δ/.
Σταυρόν χαράξας Μωσής επ? ευθείας ράβδω, τη Ερυθράν διέτεμε τω Ισραήλ πεζεύσαντι· την δε επιστρεπτικώς Φαραώ τοις άρμασι κροτήσας ήνωσεν, επ? εύρους διαγράψας το αήττητον όπλον· διό Χριστώ άσωμεν τω Θεώ ημών, ότι δεδόξασται [xiv] > η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας με το «σταυρότυπο» χτύπημα του Μωυσή (Έξ. 14,15-31).
Καταβασίες των Χριστουγέννων: Ωδή α/. Ήχος α/.
Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης, Υγρόν θαλάσσης κύμα χερσώσας πάλαι· Εκών δε τεχθείς εκ Κόρης, τρίβον βατήν Πόλου τίθησιν ημίν, ον κατ? ουσίαν Ίσον τε Πατρί και βροτοίς δοξάζομεν > η θαυματουργική μετατροπή των κυμάτων της Ερυθράς Θάλασσας σε ξηρά (Έξ. 14,15-31).
Καταβασίες των Θεοφανείων: Ωδή α/. Ήχος β/.
Βυθού ανεκάλυψε πυθμένα και δια ξηράς οικείους έλκει, εν αυτώ κατακαλύψας αντιπάλους ο κραταιός εν πολέμοις Κύριος· ότι δεδόξασται > η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας (Έξ. 14,21).
Ωδή α/. Ήχος β/.
Στείβει θαλάσσης κυματούμενον σάλον Ήπειρον αύθις Ισραήλ δεδειγμένον· Μέλας δε πόντος τριστάτας Αιγυπτίων Έκρυψεν άρδην υδατόστρωτος τάφος Ρώμη κραταιά δεξιάς του Δεσπότου > η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας (Έξ. 14,21-22).
Καταβασίες της Υπαπαντής: Ωδή α/. Ήχος γ/.
Χέρσον αβυσσοτόκον πέδον ήλιος επεπόλευσέ ποτε· ωσεί τείχος γαρ επάγη εκατέρωθεν ύδωρ λαώ πεζοποντοπορούντι και θεαρέστως μέλποντι· άσωμεν τω Κυρίω ενδόξως γαρ δεδόξασται > η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας (Έξ. 14,21-22.15,1).
Καταβασίες της Κυριακής των Βαΐων: Ωδή α/. Ήχος δ/.
Ώφθησαν αι πηγαί της αβύσσου νοτίδος άμοιροι, και ανεκαλύφθη θαλάσσης κυμαινούσης τα θεμέλια· τη καταιγίδι νεύματι ταύτης γαρ επετίμησας, περιούσιον λαόν δε έσωσας, άδοντα επινίκιον ύμνον σοι, Κύριε > η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας (Έξ. 14,21-22. βλ. και Ψαλμ. 17,16).
Ωδή γ/.
Νάουσαν ακροτόμον προστάγματι σω στερεάν εθήλασε πέτραν Ισραηλίτης λαός· η δε πέτρα συ, Χριστέ υπάρχεις και ζωή, εν ω εστερεώθη η Εκκλησία κράζουσα. Ωσαννά, ευλογημένος ει ο ερχόμενος > Νερό από το βράχο (Έξ. 17,1-7). [xv]
Η ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα του Ανδρέα Κρήτης (650-720), [xvi] τοποθετημένη στο κέντρο της Μ. Τεσσαρακοστής, σκοπεύει να βοηθήσει τον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει την τραγικότητα της παρά φύση κατάστασης στην οποία βρίσκεται με την αμαρτία και να τον ενισχύσει στον αγώνα του για την επιστροφή στο προπτωτικό κατά φύση, όπως αυτό τελειοποιήθηκε εν Χριστώ. Ο Μεγάλος Κανόνας είναι ένα δράμα και η λύση έρχεται από το μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση η λύση θα έρθει με την Ανάσταση του Χριστού, για την οποία οι πιστοί προετοιμάζονται σε όλη τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής. [xvii]
Ωδή α/. Ήχος α/
Της πικράς πλινθουργίας και των Αιγυπτίων δουλείας απαλλαγείς ο Ισραήλ και ως χέρσον την Ερυθράν διαπερνών έψαλλε τω μόνω Λυτρωτή άσωμεν ωδήν Θεώ βοηθός γαρ και σκεπαστής εγένετο ημών εν ημέρα θλίψεως ο Κύριος.
Ωδή α/. Ήχος β/
Διήρηται μεν το Ερυθραίον εγκολπωσάμενον πέλαγος τον Ισραήλ ανασωζόμενον ενωθέν δε αύθις τον Αιγύπτιον ολοθρεύον καταστρώννυσι τη ανεικάστω δεξιά Κυρίου του Θεού ημών άπαντες άδωμεν.
Ωδή ε/. Ειρμός
Του Μωυσέως ήκουσας την θίβην, ψυχή, ύδασι, κύμασι φερομένην ποταμού, ως εν θαλάμω πάλαι, φυγούσαν δράμα πικρόν βουλής Φαραωνίτου > το τροπάριο αναφέρεται στη θαυμαστή διάσωση του Μωυσή από τα νερά του Νείλου, όταν ήταν νήπιο (Έξ. 2,1-10).
Ει τας μαίας ήκουσας κτεινούσας ποτέ άνηβον, τάλαινα, την αρρενωπόν, ψυχή, της σωφροσύνης πράξιν· νυν ως ο μέγας Μωσής τιθηνού την σοφίαν > το τροπάριο αναφέρεται στο μέτρο της θανάτωσης των αρσενικών παιδιών που έλαβε ο Φαραώ επί των Εβραίων για να περιορίσει την αύξησή τους (Έξ. 1,15-16).
Ως Μωσής ο μέγας τον Αιγύπτιον νουν πλήξασα, τάλαινα, ουκ απέκτεινας ψυχή και πως οικήσεις, λέγε, την έρημον των παθών δια της μετανοίας; > η φυγή του Μωυσή στην έρημο μετά το φόνο του Αιγυπτίου (Έξ. 2,15) και η θεοφάνεια στο όρος Χωρήβ (Έξ. 3,1-2).
Την Μωσέως ράβδον εικονίζου, ψυχή, πλήττουσαν θάλασσαν και πηγνύουσαν βυθόν τύπω Σταυρού του θείου, δι? ου δυνήση και συ μεγάλα εκτελέσαι > η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας με το «σταυρότυπο» χτύπημα του Μωυσή (Έξ. 14,21-22).
Ωδή ς/. Ειρμός
Εβόησεν εν όλη καρδία προς τον οικτίρμονα Θεόν και επήκουσέ μου, εξ ?δου κατωτάτου και ανήγαγεν εκ φθοράς την ζωήν μου. Η χειρ ημάς Μωσέως πιστώσεται, ψυχή, πως δύναται Θεός λεπρωθέντα βίον λευκάναι και καθάραι· και μη απογνώς σαυτήν καν ελεπρώθης > το τροπάριο αναφέρεται στο γεγονός της λεύκανσης του χεριού του Μωυσή (Έξ. 4,6-7).
Ως έπληξε Μωσής ο θεράπων σου ράβδω την πέτραν, τυπικώς την ζωοποιόν σου πλευράν προδιετύπου, εξ ης πάντες πόμα ζωής, Σωτήρ, αντλούμεν > Νερό από το βράχο ? προτύπωση του λογχισμού της πλευράς του Κυρίου («πόμα ζωής») [Έξ. 17,6-7].
Τα κύματα, Σωτήρ, των πταισμάτων μου, ως εν Θαλάσση Ερυθρά επαναστραφέντα εκάλυψέ με άφνω, ως τους Αιγυπτίους ποτέ και τους τριστάτας > τα κύματα της Ερυθράς Θάλασσας είναι τα κύματα των αμαρτιών (Έξ. 14,27-28).
Αγνώμονα, ψυχή, την προαίρεσιν έσχες, ως πριν ο Ισραήλ· του γαρ θείου μάννα προέκρινας αλόγως την φιλήδονον των παθών αδηφαγίαν > η διατροφή των Ισραηλιτών με το μάννα και η αχαριστία του λαού (Έξ. 16,2).
Τα ύεια κρέα και τους λέβητας και την Αιγύπτιον τροφήν της επουρανίου προέκρινας, ψυχή μου, ως ο πριν αγνώμων λαός εν τη ερήμω > η αγνωμοσύνη των Ισραηλιτών (Έξ. 16,3).
Τα φρέατα, ψυχή, προετίμησας των Χαναναίων εννοιών της φλεβός της πέτρας· εξ ης ο της σοφίας ποταμός προχέει κρουνούς θεολογίας > Νερό από το βράχο (Έξ. 17,1-7).
Στέφανος ο Σαβαΐτης [xviii]
Εις την Αγίαν Βαρβάραν. Ωδή α/. Ήχος β/. Ειρμός
Τερατουργών ο Μωσής τα εξαίσια λαόν εξάγειν δια θαλάσσης ως δια ξηράς και καλύπτει διώκων πανστρατί Φαραώ ως της κακίας υπουργόν επινίκιον άσωμεν λαοί τω Θεώ ημών άσμα ότι δεδόξασται.
Εις τα Βαΐα. Ωδή α/. Ήχος πλ. δ/. Ειρμός
Τω εν Θαλάσση Ερυθρά τον Φαραώ βυθίσαντι και εν ερήμω τον λαόν του Ισραήλ οδηγήσαντι και επί πώλου σήμερον μυστικώς καθεζομένω άσωμεν Χριστώ ότι δεδόξασται.
Σέργιος Αγιοπολίτης (Θ/ αι.)
Ωδή α/. Ήχος δ/. Ειρμός
Εν πυθμένι ναμάτων ερυθραίων έδυσαν Αιγυπτίων τριστάται και αναβάται Ισραήλ δε διήλθεν ανολίσθοις ίχνεσι της αβύσσου το τέρμα και ανεβόα. Ουκ έστι σοι όμοιος δεδοξασμένε Κύριε ποιών τέρατα εν υψηλώ βραχίονι.
Γεώργιος Αγιοπολίτης . Ακολουθία Ανατολική
Ωδή α/. Ήχος γ/. Ειρμός
Ράβδος Μωσαϊκή επ? ευθείας μαστίξασα την θάλασσαν τω Ισραήλ διέτεμε πάλιν η αυτή τον Φαραώ βυθίσασα ήνωσε το ύδωρ εις πλησμονήν επ? εύρος κροτήσασα ίνα δείξη τον σταυρόν εν ω σέσωσται ο περιούσιος λαός άδων ωδήν τω Θεώ.
Αναστάσιμος Ωδή α/. Ήχος πλ. α/.
Χρυσοκολλήτοις άρμασι γαυρούμενος Φαραώ φυγάδα λαόν εδίωκε Μωσής δε ράβδω θάλασσαν προστάγματι θεϊκώ τεμών Ισραήλ διέσωσε και τοις μεν κατακλυστήριον τοις δε διαβατήριον ειργάσατο μέλπουσι τω Κυρίω άσωμεν ενδόξως γαρ δεδόξασται.
Ηλίας Ιεροσολύμων
Αναστάσιμος Ωδή α/. Ήχος γ/. Ειρμός
Κευθμών θαλάττιος σταυροτύπως τμηθείς γην μεν άβατον ισραηλίτης λαός βαίνει ανίκμοις ποσί σταυρώ τειχιζόμενος τον Φαραώ γαρ καθορών μέσον υποβρύχιον υγράς κραυγάζει Θεώ εν τυμπάνω και χορώ άσωμεν άσμα καινόν ότι δεδόξασται.
Κλήμης (Στουδίτης)
Κανόνας εις τον θεόπτην Μωυσή. Ωδή α/. Ήχος δ/.
Μωσής προφητών αινείσθω πρότερος ως ενωπίω Θεώ συνομιλήσας πρώτος εμφανώς εν προσώπω προς πρόσωπον ουκ αινιγμάτων φάσμασιν αλλ? ως είδει σαρκός βλέψας αυτόν.
Ως θείον δημαγωγόν και ρύστην σε του συγγενούς Ισραήλ Μωσή θεόπτα δέδωκε Θεός τω πατρί ώσπερ ηύξατο επαγγελίας ρήματι προμηνυθέντι σου την γέννησιν Σοφίας σε θησαυρόν εφεύραντο αι γενικαί αρεταί εγκεκρυμμένον γνώσει του Θεού ως θήβη θεόπτα Μωσή διό σε ανεθρέψατο η βασιλίς και θεία πρόνοια.
Ηρνήσω θεοπτικώς πανεύφημε εκ βρέφους πάσαν θηλήν τω δε γνησίω γάλακτι τραφείς προεδήλους σαφέστατα της προς τον Θεόν εγγύτητος το υπεραίρόν σου αξίωμα.
Κατέπτη ιδών Μωσής παράδοξον εν πρώτοις θέαμα βάτον και φλόγα ξένην συμπλοκήν τον Θεόν εκ Παρθένου Μητρός προζωγραφούσαν άφθαρτον ον διαβάς τους χρόνους είδε σαρκί.
Ωδή γ/.
Όλως της αρρήτου γνώσεως επλήσθη θεόπτα το γαρ Πνεύμα το Πανάγιον δι? αγγέλου την των αρχαίων εμυήσατό σε γνώσιν τρανώς.
Φέρων τηλαυγώς τας θείας αυγάς ταις θεοσημίαις κατέπληττες Αίγυπτον μεταβάλλων την των στοιχείων παραδόξως φύσιν, πάνσοφε.
Ηύγει το ωραίον κάλλος σου την εκ θείας αίγλης λαμπρόν αστειότητα και προς θείαν απλήστως πάντας απεσπάσω ωραιότητα.
Ήχθης του φρικτού οράματος προς εκστατικήν κατανόησιν πάνσοφε αλλ? εσχέθης φωνή Κυρίου του τεχθέντος εκ Παρθένου σαρκί.
Ωδή δ/.
Της ισχνότητος της γλώττης και της φωνής σου διαμειφθείσης θεία προνοία θεόπτα φρικτών μυστηρίων Θεού εδείχθης διάκονος και πληγαίς εμάστιξας Αίγυπτον.
Ως παράδοξος η κλήσίς σου ω θεόπτα ως φοβερά τα έργα των σων τεραστίων ώπται γαρ ο ων σοι Θεός και δόξης υψώσας σε, Ισραήλ σωτήρα απέστειλε.
Νομοθέτην παράδοξων και δυσεφίκτων του Θεού διδαγμάτων υμνούντες σε πίστει κράζομεν θεόπτα Μωσή. Την ίλεων αίτησαι του Θεού ημίν θείαν δύναμιν. Παν πρωτότοκον επάταξας της Αιγύπτου ως ο Χριστός δαιμόνων ενέκρωσε κράτος· τύπος γαρ του μέλλοντος τα σοι ενεργούμενα αληθώς υπήρχον αοίδιμε.
Μη εγγίσης εν τοις ώδε Μωσής ακούσας Θεού φωνής βοώσης εκ φλογός και της βάτου άγιος ο τόπος γαρ εικότως προέγραψεν εν σαρκί τεχθήσεσθαι Χριστόν εξ Αγνής.
Ωδή ε/.
Ραπίζεις Ερυθράν και δεικνύεις ισχύν του Θεού τη ράβδω σου ω θεόπτα και χαράττεις εν ταύτη Σταυρού την θείαν δύναμιν.
Ω τόλμης προσφιλούς ω απλότητος ψυχής καθαράς ει έγνως με παρά πάντας προς Θεόν ο θεόπτης φησί γνωστώς μου φάνηθι.
Τη πέτρα σκεπασθείς ου Θεού είδες πρόσωπον ως κρύφιον ω θεόπτα την δε σάρκωσιν έγνως του Λόγου ως οπίσθια.
Ο ύων υετόν αντί ύδατος Μάννα ποτέ Μωσής εστίν ο θεόπτης ο δους ορτυγομήτρας τροφήν τω Ισραήλ δι? ευχής.
Εισέδυς αισθητώς τω γνόφω και έμαθες τα άρρητα ω θεόπτα ως μέλλει εκ Παρθένου Θεός σαρκί τεχθήσεσθαι.
Ωδή ς/.
Στρατείαν κεκτημένος Θεού Ισραήλ δυνατήν, τα μεν επτά της κακίας, Χαναναίων έθνη εξαφανίζεις τω λαώ σου κατακληροδοτείς δε την γην την αυτών.
Αρρήτως υπελθών εν τω γνόφω τω θείω Μωσή ου ο Θεός ην καλών σε τας γραφείσας πλάκας δακτύλω αυτού των νομίμων υπεδέξω ως μέγας θεράπων αυτού.
Ίστησιν υπακούειν Θεός της φωνής αυτού τον Μωυσήν τον θεόπτην κατενώπιον του λαού εμφανώς ίνα δείξη φοβερόν μετά δόξης τον μύστη αυτού.
Ωδή η/.
Ως μύστης Θεού και λειτουργός και βασιλεύς Ισραήλ Μωσή θεόπτα δειχθείς Χριστόν εκήρυξας έρχεσθαι εν σαρκί προδιαγράψας αυτού την προς ανθρώπους φοβεράν και θείαν έλευσιν ου και τύπος έμψυχος ώφθης σαφώς και Προφήτης πιστός.
Λόγου προφητείαις τον λαόν και νόμου διαταγαίς καθοδηγήσας πίστως σημείων τέρασιν ίθυνας και θαυμάτων επιδείξεσιν υπό Θεού δε προσκληθείς εν γη θεόπτα Μωάβ προσετέθης προς τους πατέρας τους σους μετά δόξης πολλής.
Όρει επιβάς εν ουρανώ Θεού προστάξαντος κατείδες πνεύματι την των πραέων γην πάνσοφε αισθητώς δε κατενόησας επαγγελίας την τρυφήν και μεταστάντος εκ γης απεκρύβη οικονομία Θεού και το σκήνος σου.
Ουδείς προακήκοε προ σου θεόπτης ένδοξε Μωσή θεράπων Χριστού διότι άπαντα έβλεψας της Παρθένου τα ινδάλματα προδιαγράφοντα αυτής της θείαν γέννησιν εν φλογί γαρ βάτου κατείδες μορφήν την αόρατον.
Ωδή θ/.
Γέγονας αυτόπτης θεόπτα και μετά θάνατον Κυρίου ου δι? αμυδρών αινιγμάτων Χριστόν αθρήσας ως εν τη πέτρα το πριν αλλ? ανθρωπίνω σώματι φως απαστράπτοντα θεότητος.
Όρος το Θαβώρ εδοξάσθη υπέρ το Σίναιον πλουσίως ένθα Μωυσής εκ νεκάδων και ο Θεσβίτης εκ χώρας ζώντων Χριστόν συν αποστόλοις έβλεπον μεταμορφούμενον ως όντως Θεόν.
Σώσον συμπαθεί σου πρεσβεία και προσευχών τη παρρησία ως τον Ισραήλ εκ κινδύνων Μωσή θεόπτα και χαλεπών και δεινών Χριστιανών το πλήρωμα εκ πάσης βλάβης υμνούντων σε.
Στάμνον σε χρυσήν τε και πλάκα και θείαν τράπεζαν Παρθένε πρότερον Μωσής διαγράψας τρανώς εδήλου Θεόν τεχθήναι εκ σου όνπερ ιδόντες σώματι πιστώς τον ύμνον συμπληρούμέν σοι.
Κυπριανός ο Στουδίτης. Εις το ?γιον Πάσχα
Ωδή α/. Ήχος α/. Ειρμός
Πανστρατί τον αλαζόνα εβύθισας Φαραώ εν Ερυθρά τη ση δυνάμει και τον λαόν Ισραήλ αβρόχως διέσωσας άδοντα ωδήν επινίκιον Θεώ τω θαυμαστώ εν ισχύι συντρίψαντι κέρας εχθρού.
Γερμανός Πατριάρχης
Ωδή α/. Ήχος πλ. δ/.
?σμα αναπέμψωμεν λαοί τω θαυμαστώ Θεώ ημών τω απαλλάξαντι τον Ισραήλ δουλείας ωδήν επινίκιον άδοντα και βοώντα ?σωμεν σοι τω μόνω δεσπότη.
Ωδή η/.
Τον εν όρει αγίω δοξασθέντα και εν βάτω πυρί το της Παρθένου τω Μωυσή μυστήριον γνωρίσαντα Κύριον υμνείτε και υπερυψούτε εις τους αιώνας.
Ωδή α/. Ήχος πλ. δ/. Ειρμός.
?σομαί σοι Κύριε ο Θεός μου ότι εξήγαγες λαόν δουλείας Αιγύπτου εκάλυψας δε άρματα Φαραώ και την δύναμιν.
Ωδή ζ/.
Ο εν τη όρει Μωυσή συλλαλήσας και τύπον της Παρθένου την βάτον δείξας ευλογητός ει, Κύριε ο Θεός των πατέρων ημών.
Φωτίου Πατριάρχου
Ωδή α/. Ήχος πλ. β/. Ειρμός.
Εν ισχύι κραταιότητός σου, Λόγε, ξενοπρεπώς έσωσας Ισραήλ πάλαι. Αιγυπτίων γαρ εκδραμών μοχθηρίαν φυγάς σέσωστο της θαλάσσης τη τρίβω αίνον φέρων σοι τερπνόν ευχαριστίας.
Δαμιανός μοναχός. Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου
Ωδή α/. Ήχος β/. Ειρμός.
Ήπειρος εδείχθη πάλαι του Ισραήλ γαυρούμενος ύδασι πόντος ερυθρός λαυρότατος δε αύθις επαναστραφείς Αιγυπτίων κύμασι ώλεσε παίδας η δεξιά του δεσπότου δεδόξασται.
Γεωργίου Σικελιώτου
Ωδή α/. Ήχος πλ. β/. Ειρμός.
Τεμνομένην θάλασσαν λαώ απείρω ποτέ διήλθεν ως ήπειρον ιχνοβατών ο Ισραήλ η γαρ χειρ σου συναντιλήψεται και ο βραχίων μου κατισχύσει και φανεί το έργον μου Μωσή, Θεός φησίν τω Κυρίω άσωμεν ότι δεδόξασται.
Ηλία (μοναχού) Σικελιώτη
Ωδή α/. Ήχος α/. Ειρμός.
Οδόν ξένην βαδίσας λαός Ισραηλίτης εν βυθώ θαλαττιαίω ερυθρώ ήσε την ωδήν Κυρίω βοών άσωμεν τω θαυμαστά τερατουργήσαντι.
Ιωσήφ ο Υμνογράφος. Κανόνας στη Θεοτόκο
Ωδή ε/.
Χαίρε η άφλεκτος βάτος, νεφέλη ολόφωτε, η τους πιστούς απαύστως επισκιάσουσα.
Ωδή η/.
Μωσής κατενόησε εν βάτω το μέγα μυστήριον του τόκου σου. Παίδες προεικόνισαν τούτο εμφανέστατα μέσον πυρός ιστάμενοι και μη φλεγόμενοι. Ακήρατε αγία παρθένε· όθεν σε υμνούμεν εις πάντας τους αιώνες.
Από τα παραπάνω λειτουργικά και υμνολογικά παραθέματα γίνεται κατανοητή η επίδραση της παράδοσης της εξόδου στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας. Οι Υμνολόγοι με υψηλό βιβλικό φρόνημα και μεστά νοήματα κατόρθωσαν να συνδυάσουν την ποιητική τους έμπνευση με τα γεγονότα της Π. Διαθήκης και παράλληλα να διδάξουν, να επιμορφώσουν και να παιδαγωγήσουν. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε τη γενικότερη επίδραση της Π. Διαθήκης στη λειτουργική μας ζωή, πράγμα που πρέπει να μας ωθεί στη συνεχή μελέτη των ιστορικών γεγονότων της Π.Δ. με παράλληλη λειτουργική αξιοποίησή τους.

[i] Βλ. Π. Βασιλειάδη, Η Αγία Γραφή στις σύγχρονες διορθόδοξες αναζητήσεις και η λειτουργική Παράδοση, Λευκωσία 1982, 20.24.
[ii] Βλ. V . R . G . Florovsky , Λατρεία και καθημερινή ζωή. Μια άποψη της ανατολικής Ορθοδοξίας, (μετάφραση Δ. Βακάρου), Θεσσαλονίκη 1984, 3. Βλ. επίσης Ε. Θεοδώρου, «Βιβλική Θεολογία και Λειτουργική», Θεολ. 56,4 (1985), 800-817.
[iii] Βλ. Σ. Αγουρίδη, «Η χρήση της Αγίας Γραφής στη θεία λατρεία και ?κατ? ιδίαν?», Ερμηνευτική των ιερών κειμένων, Αθήνα 2 2000, 80.
[iv] Η διδασκαλία της Κ.Δ. διαποτίζεται από το λειτουργικό πνεύμα. Τα Ευαγγέλια και οι Επιστολές του Απ. Παύλου αναφέρονται ποικιλοτρόπως στη λατρεία. Αλλά και η χριστιανική λατρεία αποτελεί ένα εξαιρετικό υπόμνημα στην Κ.Δ., παρέχουσα σ? αυτήν το πλήρωμα του βαθύτερου νοήματός της. Έτσι η σχέση Κ.Δ. και λατρείας είναι αμφίδρομη και ουσιαστική. Βλ. περισσότερα Ε. Θεοδώρου, «Φαινομενολογική εξέτασις των σημείων επαφής μεταξύ της Καινής Διαθήκης και της χριστιανικής λατρείας», Πόνημα Εύγνωμον. Τιμητικός Τόμος στο Β. Βέλλα, Αθήνα 1969, 275-286.
[v] Αυτό οφείλεται, πιθανώς, στο γεγονός ότι η Π. Διαθήκη δεν παρουσιάζει την πυκνότητα και καθαρότητα των νοημάτων και διδαγμάτων της Καινής Διαθήκης. Περισσότερα βλ. Κ. Παπαγιάννη, «Η Αγία Γραφή εν τη θεία λατρεία. Η σημερινή της θέση ? Επιβαλλόμεναι μεταρρυθμίσεις», Γρ Παλ 49 (1966), 234-248. Ι. Φουντούλη, «Παράδοση και θεία λατρεία», Τόμος Εόρτιος Μ. Βασιλείου (379-1979), Θεσσαλονίκη 1981, 13-24.
[vi] Βλ. Δ. Δόικου, «Τα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης στην Ορθόδοξη λατρεία και η σημασία τους για την Εκκλησία», στο Εισηγήσεις Δ/ Συνάξεως Ορθοδόξων Βιβλικών Θεολόγων με θέμα: Η Μετάφραση της Αγίας Γραφής στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 25-28 Οκτωβρίου 1986, 78 εξ.
[vii] Γ. Βεργωτή, Η Π. Διαθήκη στη χριστιανική λατρεία, Θεσσαλονίκη 1994, 67.
[viii] Ε. Θεοδώρου, Η μορφωτική αξία του ισχύοντος Τριωδίου, Αθήνα 1958, 62.
[ix] Για τα αναγνώσματα βλ. Ι. Φουντούλη, Κείμενα Λειτουργικής Α/, Θεσσαλονίκη 1978. Βλ. επίσης Δ. Δόικου, Τάδε Λέγει Κύριος. Λειτουργικά Αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 1985, όπου τα κείμενα σχολιάζονται γραμματικά και πραγματολογικά και αναλύονται θεολογικά οι κυριότερες διδασκαλίες του αναγνώσματος.
[x] Βλ. Ευχολόγιο το Μέγα, Αθήνα 1970.
[xi] Περισσότερα βλ. Αρχιμ. Σ. Κούτσα, Οι καταβασίες των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών. Κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Κατερίνη 1994.
[xii] Για το υμνολογικό του έργο βλ. PG 96, 818-856.1363-1408. Επίσης Θ. Δετοράκη, Βυζαντινή Υμνογραφία, Ηράκλειο 1997, 79-82.
[xiii] Για τον Κοσμά το Μελωδό βλ. Θ. Δετοράκη, Κοσμάς ο Μελωδός. Βίος και έργο του, Ανάλεκτα Βλατάδων 28, Θεσσαλονίκη 1979. Για το υμνολογικό του έργο βλ. ακόμη PG 98 ( Κοσμά Ιεροσολυμίτου Ύμνοι, 460-524).
[xiv] Με το «απ? ευθείας» δηλώνεται η ευθεία κατεύθυνση της Ερυθράς Θάλασσας, με το «επ? εύρους» η κατεύθυνση του πλάτους αυτής της θάλασσας. Με το «επιστρεπτικώς» νοείται κάποια κίνηση της ράβδου, γενόμενη προς πλήξη και κρότηση της Ερυθράς Θάλασσας υπό την κατεύθυνση του πλάτους αυτής. Περισσότερα βλ. Κ.Ι. Μερεντίτη, Υπερφυής διάβασις θαλασσών και ποταμών εν τη αρχαία ισραηλητική και τη κλασσική γραμματεία, Αθήνα 1961, 69 εξ., όπου έχουμε αναλυτικό γλωσσικό και φιλολογικό υπόμνημα στην παραπάνω ωδή.
[xv] Περισσότερα βλ. Τ. Ζάννη, «Θέμα και παραλλαγές. Η «Ωδή του Μωυσέως εν τη Εξόδω» και οι ειρμοί των ωδών των κανόνων», Σύνορο 30 (1964), 67-74.
[xvi] Για την ερμηνευτική ανάλυση του Μεγάλου Κανόνα, τα θεολογικά και παιδαγωγικά στοιχεία του βλ. Π. Χρήστου, Ο Μέγας Κανών του Ανδρέου Κρήτης, θεολογικά Μελετήματα. Υμνογραφικά, Θεσσαλονίκη 1981, 231-275 (= Γρ Παλ. ΛΓ/ (1950), 217-222.227-285, ΛΔ/ (1951), 25-33. ΛΕ/ (1952), 11-21.86-96). Βλ. ακόμη Ν.Β.Τωμαδάκη, Η βυζαντινή Υμνογραφία και Ποίησις, ήτοι Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν, τ. Β/, Θεσσαλονίκη 2 1993, 182-210. Αρχιμ. Σ.Π. Κούτσα, Αδαμιαίος Θρήνος. Ο Μέγας Κανών Ανδρέου του Κρήτης. Εισαγωγή - Κείμενο - Μετάφραση ? Σχόλια , στη σειρά «Λογική Λατρεία», Αθήνα 2 1988.
[xvii] Π. Νέλλα, «Τα ανθρωπολογικά και κοσμολογικά πλαίσια της ένωσης με το Θεό. Μελέτη στην ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα», Ζώον Θεούμενον. Προοπτικές για μια ορθόδοξη κατανόηση του ανθρώπου, Αθήνα 1979, 196 [=Κοινωνία ΚΑ/ (1978), 21-29.117-136].
[xviii] Για τους υμνογράφους που ακολουθούν βλ. αναλυτική παρουσίαση του βίου και των έργων τους στον Π. Τρεμπέλλα, Εκλογή ελληνικής ορθοδόξου Υμνογραφίας, Αθήνα 3 1997.