Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ
Καθηγητού Βλασίου Ιω. Φειδά
 

Η έννοια της αποστολικής διαδοχής συνδέεται άρρηκτα με την αυτονόητη προοπτική της διαδοχής των αποστόλων μετά τον θάνατό τους στη συνέχεια του αποστολικού έργου, ενώ η χειροτονία υπήρξε ο μόνος τρόπος για την παραχώρηση εξουσιών από τους αποστόλους σε δοκιμασμένους συνεργούς τους για τη διασφάλιση όχι μόνο της ευρύτερης κατανομής αρμοδιοτήτων εν τόπω, αλλά και της αδιάκοπης συνέχειας της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής εν χρόνω. Εντούτοις, ενώ η ανάπτυξη του αποστολικού έργου εν τόπω καλύφθηκε εξ αρχής με τη χειροτονία από τους αποστόλους του τοπικού ιερατείου (επισκόπων και διακόνων η πρεσβυτέρων), όπως μαρτυρείται στην αποστολική γραμματεία, η κατοχύρωση της αδιάκοπης συνέχειας της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής εν χρόνω, δηλαδή η αντιμετώπιση του ζητήματος της διαδοχής των αποστόλων μετά τον θάνατό τους, δεν ήταν κατά την αποστολική περίοδο μία άμεση η πιεστική ανάγκη, γι' αυτό και οι σχετικές μαρτυρίες είνε περιστασιακές και οπωσδήποτε ασαφείς, ιδιαίτερα μετά τη συστηματική αμφισβήτησή τους από την προτεσταντική θεολογία. Υπό την έννοια αυτή, η σχέση χειροτονίας και αποστολικής διαδοχής είναι η μόνη ασφαλής οδός για μία συστηματική προσέγγιση του κρισίμου ζητήματος είναι οι σχετικές μαρτυρίες, οι οποίες υπάρχουν στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, αφ' ενός μεν γιατί σε αυτές έχουν επικεντρωθή οι κύριες θεολογικές διαφωνίες, αφ' ετέρου δε γιατί αυτές παρέχουν τη δυνατότητα κριτικής και συγκριτικής αξιολογήσεως των σημαντικών μαρτυριών της γραμματείας της πρώιμης μεταποστολικής εποχής (70-100 μ.Χ.), οι οποίες παρουσιάζουν εντυπωσιακή συγγένεια πνεύματος και ορολογίας προς τις μαρτυρίες των παυλείων επιστολών. Συνεπώς, τα κρίσιμα ερωτήματα είναι: Ποιός χειροτονεί, Ποιόν χειροτονεί και ποιό λειτούργημα αναλαμβάνει ο χειροτονούμενος στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής;
 
1. Χάρισμα και ιερωσύνη
Η αποστολική διαδοχή αναφέρεται στην αδιάκοπη συνέχεια της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας και εκφράζεται αποκλειστικά με τη μεταβίβαση της εξουσίας του Χριστού από τους αποστόλους στους διαδόχους τους, η οποία προσδιορίζει και τη σχέση τους προς το τοπικό ιερατείο, όπως αυτό μαρτυρείται στην αποστολική και τη μεταποστολική εποχή. Η αμφισβήτηση από τον Α.v. Harnack όπως επίσης και από την ιστορική σχολή της προτεσταντικής θεολογίας, της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας για την αποστολική διαδοχή στηρίχθηκε αφ' ενός μεν στον πλασματικό διαχωρισμό μιας οικουμενικής τάξεως χαρισματούχων (απόστολοι, προφήτες, διδάσκαλοι, ευαγγελιστές κ.λπ.) από την τάξη του τοπικού ιερατείου (επίσκοποι και διάκονοι, πρεσβύτεροι), αφ' ετέρου δε στην αυθαίρετη απόρριψη της αδιάκοπης συνέχειας της εξουσίας των αποστόλων στους διαδόχους τους επισκόπους, όπως αυτή μαρτυρείται κατά τις αρχές του Β αιώνα στις επιστολές του Ιγνατίου Αντιοχείας. Πράγματι, ο A.v. Harnack υποστήριξε την υπεροχή της οικουμενικής τάξεως των χαρισματούχων έναντι του τοπικού ιερατείου επί τη βάσει του χωρίου της προς Εφεσίους επιστολής του αποστόλου Παύλου, κατά το οποίο «και αυτός (=Ιησούς Χριστός) έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφεσ. 4, 10-12). Έτσι, συνέδεσε αυθαίρετα τους μεν «αποστόλους», «προφήτας» και «ευαγγελιστάς» με την υπερέχουσα οικουμενική τάξη των χαρισματούχων, τους δε «ποιμένας και διδασκάλους» με το τοπικό ιερατείο. Απέκλεισε έτσι κάθε έννοια διαδοχής στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής με ανάλογη χρησιμοποίηση και των σχετικών μαρτυριών της Διδαχής περί της τάξεως των περιοδευτών «προφητών».

Βασική επιδίωξη του πλασματικού αυτού διαχωρισμού από την προτεσταντική θεολογία της οικουμενικής τάξεως των χαρισματούχων από το τοπικό ιερατείο ήταν η απόρριψη της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας περί της αδιακόπου αποστολικής διαδοχής στους επισκόπους της Εκκλησίας, αφού οι επίσκοποι των επιστολών του Ιγνατίου δεν μπορούν να αναζητηθούν ούτε στην τάξη των χαρισματούχων, η οποία αποσυνδέεται από το ιερατείο, ούτε στο τοπικό ιερατείο (επισκόπους η πρεσβυτέρους), το οποίο δεν ήταν φορέας της επισκοπικής εξουσίας. Το γεγονός ότι οι τίτλοι «επίσκοπος» και «πρεσβύτερος» δεν δηλώνουν στην καινοδιαθηκική γραμματεία του φορέα της επισκοπικής εξουσίας στα πλαίσια της αποστολικής διαδοχής καθιστά αναγκαία την αναζήτησή του σε κάποια από τις εξέχουσες τάξεις, οι οποίες συμμετείχαν στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής τόσο κατά την αποστολική, όσο και κατά την πρώιμη μεταποστολική εποχή. Σε ειδική μελέτη υποστηρίξαμε ότι η τάξη των προφητών κατείχε πράγματι κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο εξέχουσα θέση στη συνέχιση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής, αφού στελεχωνόταν από τους εκλεκτούς μαθητές και συνεργούς των αποστόλων, για να συνεχίσουν το έργο τους, όπως συνάγεται και από την ορθή ερμηνεία των σχετικών μαρτυριών όχι μόνο της Διδαχής, αλλά και της όλης γραμματείας της μεταποστολικής εποχής (βλ. Ι. Φειδά, Το πολίτευμα της Εκκλησίας και η Τάξις των Προφητών, Αθήναι 1984).
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο απόστολος Παύλος ο οποίος συμπεριλαμβάνεται από τον μαθητή και συνεργό του ευαγγελιστή Λουκά στην τάξη των Προφητών της Εκκλησία της Αντιοχείας (Πραξ. 13, 1-3), κατατάσσει πάντοτε την τάξη των προφητών αμέσως μετά τους αποστόλους τόσο στο χωρίο της προς Εφεσίους Επιστολής (4, 10-12), όσο και στο περίφημο χωρίο της Α πρός Κορινθίους επιστολής του: «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών. Μη πάντες απόστολοι, μη πάντες προφήται, μη πάντες διδάσκαλοι, μη πάντες δυνάμεις, μη πάντες χαρίσματα έχουσιν ιαμάτων, μη πάντες γλώσσαις λαλούσι, μη πάντες διερμηνεύουσι. Ζηλούτε ουν τα χαρίσματα τα κρείττονα» (Α Κορ. 12, 28-31). Η σημαντική αυτή μαρτυρία καθιστά σαφές ότι: α) τα ιεραρχικώς προτασσόμενα χωρίσματα (απόστολοι, προφήται, διδάσκαλοι) ήσαν «τα χαρίσματα τα κρείττονα», τα οποία δεν είναι δυνατόν να ταυτισθούν προς τα ελεύθερα η παροδικά χαρίσματα των απλών πιστών, β) οι φορείς των «κρειττόνων χαρισμάτων» είναι συγκεκριμένες τάξεις με μόνιμη αφιέρωση στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής, αφού ο,τι «ο Θεός θέτει εν τη Εκκλησία» είναι μόνιμο λειτούργημα στη ζωή της Εκκλησίας, όπως η τάξη των αποστόλων, γ) η τάξη των προφητών ανήγε το λειτούργημα στον Θεό, όπως και η τάξη των αποστόλων, γι' αυτό και η εξέχουσα θέση της προσδιορίζεται κατ' αναφοράν προς τους αποστόλους και όχι βεβαίως προς την τοπική Εκκλησία, και δ) η τάξη των προφητών αναδεικνύεται τόσο στην αποστολική, όσο και στην πρώιμη μεταποστολική εποχή ως η σημαντικότερη τάξη της Εκκλησίας μετά τους αποστόλους.
Υπό την έννοια αυτή, ο εισαγόμενος από τον A.v. Harnack και την προτεσταντική θεολογία κάθετος χωρισμός χαρίσματος και ιερωσύνης είναι αυθαίρετο θεολογικό πλάσμα, το οποίο δεν μπορεί να ανεύρη πειστικά ερείσματα στην καινοδιαθηκική και στη μεταποστολική γραμματεία. Έτσι, ο R. Bultman (Theology of the N.T., 2, 103) αποκρούει ως αβάσιμη τη θεωρία του A. v. Harnack για τον διαχωρισμό της οικουμενικής τάξεως των χαρισματούχων από το τοπικό ιερατείο και υποστηρίζει όχι μόνο την ισοβιότητα του λειτουργήματος όσων ανήκαν στην τάξη των προφητών, αλλά και την εξέλιξή τους σε φορείς εξέχουσας εξουσίας κατά την άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής. Ποίοι όμως ανήκαν στην τάξη των προφητών; Είναι προφανές ότι στην τάξη αυτή ανήκαν οι μαθητές και συνεργοί των αποστόλων, αφού, οι προφήτες, όπως και οι συνεργοί των αποστόλων, μπορούσαν να ευαγγελίζονται, κατ' εντολήν των αποστόλων, τον λόγο του Θεού χωρίς τοπική δέσμευση (Πραξ. 13, 1 κ.εξ.), να επισκοπούν και να στηρίζουν τις τοπικές εκκλησίες (Πραξ. 15, 36), να εκπροσωπούν τους αποστόλους και να κοινοποιούν αποστολικές αποφάσεις στις τοπικές Εκκλησίες (Πραξ. 15, 22, 32), να χειροτονούν, όπως και οι απόστολοι, επισκόπους και διακόνους στις τοπικές εκκλησίες (Πραξ. 14, 23) κ.α. Η σχέση όμως των προφητών προς τους συνεργούς των αποστόλων, καίτοι επιβεβαιώνεται στην καινοδιαθηκική και την πρώιμη μεταποστολική γραμματεία (Διδαχή), εν τούτοις καθιστά αναγκαία την περιγραφή αφ' ενός μεν της ιδιαίτερης έννοιας του τίτλου των προφητών έναντι του τίτλου των αποστόλων, αφ' ετέρου δε του τρόπου εντάξεως των συνεργών των αποστόλων στην τάξη των προφητών.
 
2. Αποστολική λειτουργία της επισκοπής και αποστολική χειροτονία
Κοινός τόπος της όλης γραμματείας της αποστολικής και της μεταποστολικής εποχής για την ένταξη τόσο των φορέων των {κρειττόνων χαρισμάτων} συνεργών των αποστόλων (προφητών, διδασκάλων κ.λπ.), όσο και του τοπικού ιερατείου (επίσκοποι και διάκονοι η πρεσβύτεροι) στην αυτοδύναμη άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής ήταν η χειροτονία τους από τους αποστόλους μετά από μία σχετική περίοδο δοκιμασίας σε διάφορους τομείς του αποστολικού έργου, η οποία ήταν σύντομη για το τοπικό ιερατείο και πολύ εκτενής για τους συνεργούς των αποστόλων, αναλόγως και προς τα προσωπικά τους χαρίσματα. Είναι όμως ευνόητον ότι η χειροτονία των αποστόλων συνδεόταν απολύτως με το ανατιθέμενο έργο, το οποίο προσδιόριζε και το περιεχόμενο η το επίπεδο της αποδιδομένης αυθεντίας σε κάθε συγκεκριμένη τάξη. ʼλλη δηλαδή ήταν η αυθεντία των χειροτονουμένων για το τοπικό ιερατείο και άλλη η αυθεντία των χειροτονουμένων για την άσκηση του αποστολικού έργου, όπως άλλη ήταν η αυθεντία των χειροτονουμένων επισκόπων και διακόνων στο τοπικό ιερατείο. Έτσι, η χειροτονία των στενών συνεργατών των αποστόλων, η οποία αναφερόταν στην οικουμενική προοπτική του αποστολικού έργου, συνδεόταν άρρηκτα με αυτό και παρείχε ανάλογη αυθεντία προς την αυθεντία των αποστόλων.
Είναι λοιπόν επίσης προφανές ότι, ενώ όλοι καθίσταντο με αποστολική χειροτονία στις διάφορες τάξεις της ποικίλης διακονίας του αποστολικού έργου, εντούτοις υπήρχε σαφής ιεράρχηση αυθεντίας και αξίας στις διάφορες τάξεις των χειροτονουμένων, ιδιαίτερα μεταξύ των καθισταμένων στα «κρείττονα χαρίσματα» και των καθισταμένων στο τοπικό ιερατείο επισκόπων και διακόνων η πρεσβυτέρων. Η ειδοποιός όμως διαφορά μεταξύ τους σε επίπεδο αξίας και αυθεντίας, καίτοι απέρρεε από την ιδιαιτερότητα της αποστολικής χειροτονίας, εκφράζεται σαφέστερα ήδη και κατά την αποστολική εποχή με την υπερέχουσα αυθεντία των χειροτονημένων από τους αποστόλους συνεργούς τους στην άσκηση του δικαίου των χειροτονιών. Πράγματι, το τοπικό ιερατείο (επίσκοποι και διάκονοι), καίτοι είχε λάβει αποστολική χειροτονία, δεν είχε λάβει και την αυθεντία να χειροτονή κατά πόλεις επισκόπους και διακόνους, όπως επιβεβαιώνεται από όλη την αποστολική γραμματεία. Αντιθέτως, όσοι από τους συνεργούς των αποστόλων στο αποστολικό έργο είχαν λάβει αποστολική χειροτονία, αυτοί είχαν την αυθεντία να χειροτονούν κατά πόλεις επισκόπους και διακόνους, όπως και οι απόστολοι, καίτοι, εφ' όσον ζούσαν οι απόστολοι, ασκούσαν την εξουσία αυτή μόνο κατ' εντολήν των αποστόλων.
Χαρακτηριστικοί τύποι της υπερέχουσας αυθεντίας των χειροτονημένων συνεργών των αποστόλων στην καινοδιαθηκική γραμματεία είναι οι μαθηταί του αποστόλου Παύλου Τιμόθεος και Τίτος, οι οποίοι ανήκαν στον στενώτερο κύκλο των εμπίστων συνεργατών του αποστόλου των εθνών, όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο των επιστολών του προς αυτούς, και είχαν την εξουσία να επιλέγουν και να χειροτονούν το τοπικό ιερατείο μετά από την κατάλληλη δοκιμασία των χειροτονουμένων (Α Τιμ., 3, 1-13. 5, 22. Β Τιμ. 4, 9-11. Τιτ. 1,5-9.3, 12-14). Η εξαιρετική αυτή αυθεντία των δύο συνεργών, όπως και πολλών άλλων συνεργών του αποστόλου των εθνών, να χειροτονούν το τοπικό ιερατείο (επισκόπους και διακόνους) απέρρεε όχι βεβαίως μόνο από την εμπιστοσύνη η την εντολή του αποστόλου προς αυτούς, αλλά κυρίως από την αποστολική χειροτονία για την ένταξή τους στην υπεύθυνη άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής. Υπό την έννοια αυτή, ο απόστολος Παύλος συνδέει το μέγεθος της αποστολής του Τιμοθέου με τη χειροτονία του: «Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε. Μηδείς σου της νεότητος καταφρονείτω, αλλά τύπος γίνου των πιστών εν λόγω εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία. Έως έρχομαι πρόσεχε η αναγνώσει, τη παρακλήσει, τη διδασκαλία. Μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου...» (Α Τιμ. 4, 11-14). Υπό το αυτό πνεύμα συνδέεται προς την αποστολική χειροτονία και η επανάληψη της προτροπής του αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο: «Υπόμνησιν λαμβάνων της εν σοι ανυποκρίτου πίστεως..., δι' ην αιτίαν αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο εστιν εν σοι δια της επιθέσεως των χειρών μου...» (Β Τιμ. 1,5-6).
Οι μαρτυρίες αυτές έχουν απόλυτη αξία για την ορθή ερμηνεία της άρρηκτης σχέσεως όχι μόνο της χειροτονίας προς την αποστολική διαδοχή, αλλά και των {κρειττόνων χαρισμάτων} προς τη χειροτονία των διαδόχων των αποστόλων στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής, γι' αυτό και η προτεσταντική Θεολογία αμφισβήτησε όχι μόνο την παύλεια προέλευση των αποστολικών αυτών επιστολών, αλλά και αυτή ακόμη τη χρονολόγησή τους στην αποστολική εποχή. Αντιθέτως, η εκκλησιαστική συνείδηση της μεταποστολικής εποχής είδε πάντοτε στις αποστολικές αυτές επιστολές τις υποθήκες του αποστόλου των εθνών προς τους συνεργούς και διαδόχους του στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής, ενώ το περιεχόμενο των σχετικών με τη χειροτονία μαρτυριών επιβεβαιώνει την αποστολική τους προέλευση. Πράγματι, η περιγραφή του τρόπου εντάξεως των συνεργών των αποστόλων στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής με την «επίθεσιν των χειρών» των αποστόλων (χειροτονία), μετά την αναγκαία δοκιμασία, είναι ο μόνος τρόπος μεταβιβάσεως εξουσιών από τους αποστόλους σε όσους επιλέγοντο να υπηρετήσουν το αποστολικό έργο όχι μόνο σε τοπική (τοπικό ιερατείο), αλλά και σε οικουμενική προοπτική (φορείς των κρειττόνων χαρισμάτων). ʼλλωστε, η εξ αρχής επιφυλακτική στάση του αποστόλου Παύλου έναντι της παροδικής εκδηλώσεως των ελευθέρων χαρισμάτων των πιστών, όπως συνάγεται από την προς Κορινθίους επιστολή του (Α Κορ., 12), ήταν μία γενικότερη τάση κατά την αποστολική εποχή, γι' αυτό και ο μεν απόστολος των εθνών προτρέπει τους πιστούς να επιθυμούν «τα κρείττονα χαρίσματα» («ζηλούτε δε τα χαρίσματα τα κρείττονα»), η δε Εκκλησία περιόρισε σταδιακά την ανεξέλεγκτη εκδήλωση των ελευθέρων χαρισμάτων των πιστών. Έτσι, ο όρος {χάρισμα} στο τέλος της αποστολικής εποχής όχι μόνο χρησιμοποιείται σπανιότερα, αλλά και συνδέεται κατά κανόνα με τη χειροτονία.
 
3. Η αποστολική χειροτονία και η τάξη των προφητών
Υπό το πνεύμα αυτό, οι μαρτυρίες των δύο επιστολών του αποστόλου Παύλου προς τον συνεργό του Τιμόθεο αποκτούν ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τη σχέση της χειροτονίας προς την αποστολική διαδοχή, όπως επίσης και για τον τίτλο, τον οποίο έφεραν οι διάδοχοι των αποστόλων. Και οι δύο μαρτυρίες συνδέουν τη χειροτονία με το χάρισμα, αλλ' όμως στην πρώτη μαρτυρία («μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας», η δε χειροτονία «μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου», ενώ στη δευτέρα μαρτυρία («αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο εστιν εν σοι, δια της επιθέσεως των χειρών μου») το μεν χάρισμα ήταν «χάρισμα του Θεού», η δε χειροτονία σε αυτό έγινε «δια της επιθέσεως των χειρών» του αποστόλου Παύλου και όχι «του πρεσβυτερίου». Είναι προφανές ότι «το χάρισμα του Θεού», το οποίο δόθηκε στον Τιμόθεο «δια της επιθέσεως των χειρών» του αποστόλου Παύλου η δια προφητείας μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου», δέν είναι βεβαίως τό χάρισμα τού βαπτίσματος, ούτε η παροδική έμπνευση τών ελευθέρων χαρισμάτων αφ' ενός μέν γιατί δόθηκε κατά τή χειροτονία του από τόν απόστολο Παύλο μέ τή συμμετοχή καί τού πρεσβυτερίου, αφ' ετέρου δέ γιατί ήταν πλέον μόνιμο κτήμα τού Τιμοθέου («ο εστιν εν σοί») καί συνδεόταν μέ τήν εξαιρετική αυθεντία γιά τή διαφύλαξη ανόθευτης τής παρακαταθήκης τής πίστεως, η οποία ήταν ουσιαστικό στοιχείο τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής.
Εν τούτοις, είναι πολύ σημαντική η συσχέτιση στήν πρώτη μαρτυρία τής δόσεως τού {χαρίσματος τού Θεού} στόν Τιμόθεο «διά προφητείας μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου» (Α΄ Τιμ. 4, 13-14), γιατί η φράση «διά προφητείας» είναι δυσερμήνευτη, αφού είναι συστατικό στοιχείο τόσο τής δόσεως τού χαρίσματος, όσο καί τής χειροτονίας τού Τιμοθέου από τόν απόστολο Παύλο μέ τή συμμετοχή καί τού «πρεσβυτερίου». Οι προτεινόμενες ερμηνείες τής φράσεως «διά προφητείας» τείνουν συνήθως νά τήν αποσυνδέσουν από τή χειροτονία καί νά τή συνδέσουν μέ τό ελεύθερο «χάρισμα τής προφητείας» (E. Schweizer, Church Order in N.T., London 1963), αλλά η όλη διατύπωση τής μαρτυρίας αποκλείει καί τίς δύο επιλογές τής προτεσταντικής κυρίως βιβλικής θεολογίας. Αντιθέτως, αφού η χορήγηση τού χαρίσματος «διά προφητείας» συνδέεται άρρηκτα πρός τή χειροτονία («μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου»). Ο όρος «προφητεία» χρησιμοποιείται από τόν απόστολο Παύλο καί σέ άλλη συνάφεια γιά τήν αποστολή τού Τιμοθέου: «Ταύτην τήν παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, κατά τάς προαγούσας επί σέ προφητείας, ίνα στρατεύη τήν καλήν στρατείαν» (Α΄ Τιμ. 1, 18). Καί οι δύο αναφορές στόν όρο «προφητεία» συνδέονται προφανώς μέ τήν άμεση υπόδειξη ή επιλογή τού αγίου Πνεύματος γιά τήν αποτελεσματική άσκηση τού αποστολικού έργου. Έτσι, η φράση «διά προφητείας» στή χειροτονία τού Τιμοθέου σημαίνει ότι η χειροτονία έγινε «διά τής επιλογής ή τής ενεργείας τού αγίου Πνεύματος», όπως καί στή σχετική περίπτωση επιλογής από τό άγιο Πνεύμα τού Παύλου καί τού Βαρνάβα γιά τήν πρώτη αποστολική περιοδεία στά έθνη (Πράξ. 13, 1-3).
Υπό τήν έννοια αυτή, η συγκεκριμένη φράση «διά προφητείας» στή συνάφεια τής χειροτονίας τού Τιμοθέου από τόν απόστολο Παύλο ή τό πρεσβυτέριο ή καί τούς δύο, μετά από υπόδειξη ή επιλογή τού αγίου Πνεύματος, δηλώνει ότι ο Τιμόθεος μέ τήν αποστολική χειροτονία εντάχθηκε μέ εξέχουσα καί μόνιμη αυθεντία στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής. Η σύνδεση τής επιλογής τού Τιμοθέου «διά προφητείας» πρός τή χειροτονία («μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου») δέν εξουδετερώνει ή σχετικοποιεί τήν μαρτυρία γιά τή χειροτονία του από τόν απόστολο Παύλο. ʼλλωστε, οι πρεσβύτεροι, οι οποίοι εχειροτονούντο από τούς συνεργούς τών αποστόλων (Τιμόθεο, Τίτο κ.ά.), δέν είχαν αυτόνομη ή αυτοδύναμη εξουσία νά χειροτονούν, αφού μία τέτοια εξουσία είναι τελείως άγνωστη τόσο στήν καινοδιαθηκική γραμματεία, όσο καί στή γραμματεία τής μεταποστολικής εποχής. Είναι προφανές ότι η χειροτονία τού Τιμοθέου από τόν απόστολο Παύλο έγινε σέ ευχαριστιακή σύναξη τής τοπικής εκκλησίας τής Εφέσου, στήν οποία συμμετείχαν ή παρίσταντο όχι μόνο συνεργοί τού αποστόλου τών εθνών, αλλά καί τό τοπικό ιερατείο, γι' αυτό καί μέ τόν συνδυασμό τών δύο σχετικών μαρτυριών, η συμμετοχή τού πρεσβυτερίου καθίσταται δευτερεύουσας σημασίας γιά τή μετάδοση τού χαρίσματος (R. Buttmann, Theology of the N.T., 2, 107). Η αποστολική λοιπόν χειροτονία «διά προφητείας» ενέτασσε τόν Τιμόθεο σέ υψηλότερη αυθεντία από εκείνη τού τοπικού ιερατείου, η οποία τόν κατέτασσε αμέσως μετά τούς αποστόλους καί τού παρείχε τήν εξουσία νά χειροτονή τό τοπικό ιερατείο στά πλαίσια τής ασκήσεως τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής.

Η σημαντικότερη λοιπόν τάξη μετά τούς αποστόλους ήταν, κατά τήν αποστολική καί τήν πρώιμη μεταποστολική εποχή, η τάξη τών προφητών (Πραξ. 13, 1-3. 15, 22, 32. Α΄ Κορ. 12, 28-31. Εφεσ., 2, 19-21. 3,5 4, 11-13 Διδαχή κ.λπ.). Ο E. Schweizer αναγνωρίζει ότι, «από τή μετακίνηση τών Γαλιλαίων στά Ιεροσόλυμα μέχρι τή φυγή τους στήν Πέλλα, η πορεία τής Εκκλησίας καθορίσθηκε κατ' ουσίαν από τίς υποδείξεις τού αγίου Πνεύματος διά μέσου τών προφητών καί τών υπολοίπων μελών τής Εκκλησίας (Church Order in N.T., 50), αλλά, καίτοι δέχεται τή σχέση τών συνεργών τών αποστόλων πρός τή τάξη τών προφητών, απορρίπτει τή χειροτονία τού Τιμοθέου, παρερμηνεύοντας τίς γνωστές μαρτυρίες τών πρός Τιμόθεον επιστολών (ένθ' αν., 181). Αντιθέτως, ο R. Buttmann (Theology of the N.T., 2, 161-162) όχι μόνο απέκλεισε κάθε δυνατότητα αποσυνδέσεως χαρίσματος καί ιερωσύνης, αλλά καί υποστήριξε ότι στήν τάξη τών προφητών υπήρχαν προφήτες, οι οποίοι είχαν λάβει αποστολική χειροτονία, γι' αυτό καί υποστήριξε ότι «τότε πραγματοποιήθηκε τό αποφασιστικό βήμα. Εφεξής τό λειτούργημα (=τών προφητών) εθεωρείτο καταστατικής σημασίας γιά τήν Εκκλησία. Η όλη Εκκλησία στηρίζεται πλέον στούς λειτουργούς, τό λειτούργημα τών οποίων ανατρέχει μέ αδιάκοπη διαδοχή στούς αποστόλους» (ένθ' ανωτ., 2, 107). Υπό τήν έννοια αυτή, η εκκλησιαστική συνείδηση τής μεταποστολικής εποχής θεωρούσε αυτονόητο τό γεγονός ότι οι συνεργοί τών αποστόλων διαδέχθηκαν μέ αποστολική χειροτονία τούς αποστόλους στήν αυθεντική συνέχεια τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής καί, όπως συνάγεται από όλες τίς άμεσες ή έμμεσες μαρτυρίες τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής, αποτελούσαν μία εξέχουσα αυθεντία γιά όλες τίς τοπικές εκκλησίες ως «αυτήκοοι» τών αποστόλων.

Είναι όμως πολύ χαρακτηριστικό ότι από τό πλήθος τών μαθητών καί συνεργών τών αποστόλων μόνον οι δοκιμώτεροι ελάμβαναν τήν αποστολική χειροτονία καί πρωθούντο στήν τάξη τών διαδόχων τών αποστόλων. Πράγματι, η μακρά δοκιμασία ήταν κατά τόν απόστολο Παύλο αναγκαία, γι' αυτό προέτρεπε καί τόν Τιμόθεο νά μή χειροτονή «νεόφυτον, ίνα μή τυφλωθείς εις κρίμα εμπέση τού διαβόλου» (Α΄ Τιμ. 3, 6). ʼλλωστε, είναι γνωστό ότι καί ο ίδιος ο απόστολος τών εθνών απέφευγε τήν εσπευσμένη χειροτονία τών συνεργών του καί επέμενε στή μακρά δοκιμασία, γι' αυτό καί μόνο λόγοι από τόν κύκλο τών μαθητών του είχαν λάβει τήν εξουσία νά χειροτονούν τό τοπικό ιερατείο (Τιμόθεος, Τίτος, Σίλας, Τυχικός, Λουκάς, Μάρκος, Αρτεμάς, Κρήσκης κ.ά.). Υπό τήν έννοια αυτή πρέπει νά ερμηνευθή η καθυστέρηση τής χειροτονίας τού εξέχοντος μαθητού του Απολλώ καί τού νομικού Ζηνά, οι οποίοι προσκλήθηκαν από τόν απόστολο Παύλο στή Νικόπολη γιά νά λάβουν τήν αποστολική χειροτονία: «Όταν πέμψω Αρτεμάν πρός σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν πρός με εις Νικόπολιν, εκεί γάρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνάν τόν Νομικόν καί Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη. Μανθανέτωσαν δέ καί οι ημέτεροι καλών έργων προίστασθαι εις τάς αναγκαίας χρείας, ίνα μή ώσιν άκαρποι» (Τίτ., 3, 12-14). Από τή μαρτυρία αυτή συνάγονται, κατά τήν προσωπική μας ερμηνευτική προσέγγιση τού κειμένου, ως εύλογα συμπεράσματα αφ' ενός μέν ότι οι αντικαταστάτες τού Τίτου στήν Κρήτη Αρτεμάς καί Τυχικός είχαν λάβει τήν αποστολική χειροτονία καί μπορούσαν, όπως ο Τίτος, νά χειροτονούν τό τοπικό ιερατείο, αφ' ετέρου δέ ότι ο Ζηνάς καί ο Απολλώς δέν είχαν λάβει τήν αποστολική χειροτονία μέχρι τά τελευταία έτη τής αποστολικής δράσεως τού Παύλου. Πράγματι, κατά τή γνώμη μας, αυτό υποδηλώνουν οι δύο χαρακτηριστικές προτάσεις τού κειμένου («ίνα μηδέν αυτοίς λείπη» – «ίνα μή ώσιν άκαρποι») γιά τήν αιτιολόγηση τής σπουδής τού αποστόλου τών εθνών («σπουδαίως πρόπεμψον»), παρά τίς προτεινόμενες από τούς βιβλικούς διάφορες ασαφείς ή καί αβάσιμες ερμηνείες τού συγκεκριμένου κειμένου.
 
4. Η τάξη τών προφητών καί η αποστολική διαδοχή
Είναι όμως εύλογο τό ερώτημα: Οι λαμβάνοντες τήν αποστολική χειροτονία μαθητές καί συνεργοί τών αποστόλων γιά τήν ένταξή τους στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής ποίο τίτλο έφεραν; Σέ ειδική μελέτη μας (Τό πολίτευμα τής Εκκλησίας καί η τάξις τών προφητών, 1984) υποστηρίξαμε, μέ πολλά επιχειρήματα από τή γραμματεία τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής, ότι οι χειροτονούμενοι συνεργοί τών αποστόλων ενετάσσοντο στήν τάξη τών προφητών καί έφεραν τόν τίτλο τού προφήτου μέχρι τό τέλος τής αποστολικής εποχής (70 μ.Χ.), ενώ μετά τόν θάνατο τών αποστόλων χρησιμοποιούσαν καί τόν τίτλο τού αποστόλου, όπως συνάγεται από τήν εναλλαγή τών δύο τίτλων (προφήτης-απόστολος) γιά τά ίδια πρόσωπα στή Διδαχή (μεταξύ τών ετών 70 καί 90 μ.Χ.). Πράγματι, ο τίτλος «προφήτης» στήν παύλεια γραμματεία, όταν συνδέεται μέ συγκεκριμένα πρόσωπα, δηλώνει ηγετικά πρόσωπα τόσο στήν τοπική, όσο καί στήν οικουμενική προοπτική, όπως συνάγεται από τή σημαντική μαρτυρία τών Πράξεων γιά τήν τάξη τών Προφητών τής εκκλησίας τής Αντιοχείας, οι οποίοι, κατ' εντολήν τού αγίου Πνεύματος επέλεξαν τούς Βαρνάβα καί Παύλο γιά τήν πρώτη αποστολική περιοδεία στά έθνη: «Ήσαν δέ τινες εν Αντιοχεία κατά τήν ούσαν εκκλησίαν, προφήται καί διδάσκαλοι, ότε Βαρνάβας καί Συμεών, ο επικαλούμενος Νίγερ, καί Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου τού τετράρχου σύντροφος καί Σαύλος. Λειτουργούντων δέ αυτών τώ Κυρίω (=σέ ευχαριστιακή σύναξη) καί νηστευόντων είπε τό Πνεύμα τό άγιον: αφορίσατε δή μοι τόν Βαρνάβαν καί τόν Σαύλον εις τό έργον ο προσκέκλημαι αυτούς. Τότε νηστεύσαντες καί προσευξάμενου καί επιθέντες αυτοίς τάς χείρας απέλυσαν...» (Πράξ. 13, 1-3).
Η εντυπωσιακή επιτυχία τής πρώτης αποστολικής περιοδείας τού αποστόλου Παύλου στά έθνη (47-48 μ.Χ.) ενέπνευσε τίς αποφάσεις τής Αποστολικής συνόδου (49 μ.Χ.), οι οποίες ενέκριναν τίς προτάσεις τού αποστόλου Παύλου καί τών Προφητών τής Αντιοχείας γιά τήν οικουμενική προοπτική τού Ευαγγελίου. Οι αποφάσεις τής συνόδου επιδόθηκαν στούς Παύλο καί Βαρνάβα, αλλά παραλλήλως επιλέχθηκαν καί δύο εξέχοντα μέλη τής τάξεως τών προφητών τής εκκλησίας Ιεροσολύμων γιά τήν αποστολή τών αποφάσεων στήν όλη Εκκλησία τής Αντιοχείας. «Τότε έδοξε τοίς αποστόλοις καί τοίς πρεσβυτέροις σύν όλη τή εκκλησία, εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών, πέμψαι εις Αντιόχειαν, σύν τώ Παύλω καί Βαρνάβα, Ιούδαν τόν επικαλούμενον Βαρσαβάν καί Σίλαν, άνδρας ηγουμένους εν τοίς αδελφοίς... Οι μέν ουν απολυθέντες ήλθον εις Αντιόχειαν καί, συναγαγόντες τό πλήθος, επέδωκαν τήν επιστολήν, αναγνόντες δέ εχάρησαν επί τή παρακλήσει. Ιούδας τε καί Σίλας, καί αυτοί προφήται όντες, διά λόγου πολλού παρεκάλεσαν τούς αδελφούς καί επεστήριξαν. Ποιήσαντες δέ χρόνον απελύθησαν μετ' ειρήνης από τών αδελφών πρός τούς αποστόλους...» (Πράξ. 15, 22, 30-32). Επομένως, η τάξη τών προφητών ήταν ήδη κατά τήν πρώιμη αποστολική εποχή τόσο στά Ιεροσόλυμα, όσο καί στήν Αντιόχεια μία εξέχουσα τάξη, η οποία συμμετείχε κατ' εντολήν τών αποστόλων στό ευρύτερο αποστολικό έργο καί είχε τήν αυθεντία, όπως ο Ιούδας καί ο Σίλας, νά ανακοινώνουν στίς τοπικές εκκλησίες τίς αποστολικές αποφάσεις ή καί νά τίς υποστηρίξουν μέ τή διδασκαλία τους. Έτσι εξηγείται καί η ιεραρχημένη κατάταξη τών προφητών από τόν απόστολο Παύλο (Α΄ Κορ. 12, 28-31 Εφ., 4, 10-12) αμέσως μετά τούς αποστόλους.
Πράγματι, ο τίτλος τού «προφήτη», όπως καί η τάξη τών προφητών, είχε καθιερωθή στήν αποστολική εποχή καί συνδεόταν μέ τούς εξέχοντες συνεργούς τών αποστόλων στό αποστολικό έργο, γι' αυτό καί, μετά από μακρά δοκιμασία, ελάμβαναν μέ αποστολική χειροτονία τήν αυθεντία νά ασκούν καί αυτοτελώς αποστολικό έργο. Ωστόσο, ο τίτλος «προφήτης», καίτοι προέρχεται από τόν παλαιοδιαθηκικό τίτλο, διαφοροποιείται πλήρως στήν καινοδιαθηκική γραμματεία, ιδιαίτερα δέ στίς επιστολές τού αποστόλου Παύλου, τόσο ως πρός τήν έννοια, όσο καί ως πρός τό περιεχόμενο. Πράγματι, στήν Καινή Διαθήκη ο τίτλος καθιερώθηκε γιά τή σαφή διάκριση τής τάξεως τών προφητών από τήν τάξη τών αποστόλων όχι μόνο κατά τήν αυθεντία, αλλά καί κατά τόν τρόπο εντάξεώς τους στό αποστολικό έργο. Έτσι, οι μέν απόστολοι αντλούσαν τό εξαιρετικό τους κύρος στήν Εκκλησία από τήν προσωπική τους εκλογή καί τήν άμεση εντολή πρός αυτούς από τόν Ιησού Χριστό, ενώ οι προφήτες όφειλαν τήν εξέχουσα θέση τους στήν προσωπική τους επιλογή από τούς αποστόλους καθ' υπόδειξη τού αγίου Πνεύματος. Η διάκριση αυτή ήταν πολύ σημαντική κατά τήν αποστολική εποχή, όπως φαίνεται καί από τήν αποδιδόμενη έμφαση στίς περιγραφές τής κλήσεως τού αποστόλου Παύλου μέ τό όραμα τής Δαμασκού (Πράξ. 9, 1-30. Α΄ Κορ. 9, 1-7. 15,8-11. Α΄ Τιμ. 1, 12-17 κ.λπ.). Έτσι, μόνον οι απόστολοι είχαν λάβει άμεση εντολή καί προσωπική αυθεντία αμέσως από τόν Ιησού Χριστό γιά τό έργο τού ευαγγελισμού τής οικουμένης, ενώ οι προφήτες ελάμβαναν τήνεντολή αυτή από τό άγιο Πνεύμα κατά τήν αποστολική χειροτονία καί τήν ασκούσαν κατ' αναφοράν πρός τούς αποστόλους, τουλάχιστον μέχρι τόν θάνατο τών αποστόλων. Η διάκριση δηλαδή τού τίτλου τών αποστόλων από τόν τίτλο τών προφητών αναφερόταν κυρίως στήν εκλογή τών μέν πρώτων από τόν ίδιο τόν Ιησού Χριστό, τών δέ προφητών από τό άγιο Πνεύμα καί τήν αποστολική χειροτονία γιά τό ίδιο αποστολικό έργο, αλλά από διαφορετικό επίπεδο αυθεντίας.
Είναι λοιπόν ευνόητον ότι οι μαθηταί καί συνεργοί τών αποστόλων, οι οποίοι εντάχθηκαν «διά προφητείας» τού αγίου Πνεύματος καί τής αποστολικής χειροτονίας στήν εξέχουσα τάξη τών προφητών, ανέλαβαν μετά τόν θάνατο τών αποστόλων τήν αυτοτελή ευθύνη τής συνεχίσεως τού αποστολικού έργου, γι' αυτό καί δέν θεωρούσαν αυθαίρετη ή καταχρηστική τήν εναλλαγή τών τίτλων «απόστολος» καί «προφήτης», όπως συνάγεται από τήν εναλλακτική χρήση τών δύο τίτλων γιά τά ίδια πρόσωπα στή Διδαχή. Βεβαίως, τό προνόμιο αυτό απέκτησαν κυρίως διά τής αποστολικής χειροτονίας, η οποία τούς καθιστούσε διαδόχους τών αποστόλων στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής. Υπό τό πνεύμα αυτό πρέπει νά κατανοηθή καί η παραγγελία τού αποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεο νά τηρήση «τήν εντολήν άσπιλον, ανεπίληπτον μέχρι τής επιφανείας τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Α΄ Τιμ., 6, 14), η οποία ίσχυε γιά όλους τούς χειροτονημένους συνεργούς του. Ωστόσο, η χειροτονία τών μαθητών τών αποστόλων στήν τάξη τών προφητών δέν αναφερόταν σέ κάποια συγκεκριμένη τοπική εκκλησία, αφού ως διάδοχοι καί συνεχιστές τού έργου τών αποστόλων όφειλαν νά ακολουθήσουν τό υπόδειγμα ή καί τίς εντολές τους. Πράγματι, όπως ο Τιμόθεος, καίτοι άσκησε αποστολικό έργο σέ πολλές περιοχές, κατά τήν εντολή τού αποστόλου Παύλου, εν τούτοις δέν συνδέθηκε μόνιμα μέ μία συγκεκριμένη τοπική εκκλησία, έτσι καί οι λοιποί συνεργοί τών αποστόλων άσκησαν τό αποστολικό τους έργο σέ ευρύτερες περιφέρειες, οι οποίες προφανώς τούς είχαν υποδειχθεί από τούς αποστόλους. Ενώ λοιπόν ήσαν καθολικοί διάδοχοι τών αποστόλων στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής, εν τούτοις συνέδεσαν τό αποστολικό τους έργο μέ συγκεκριμένη περιφέρεια, όπως συνάφεια από τίς σχετικές μαρτυρίες καί τήν εκκλησιαστική συνείδηση τής μεταποστολικής εποχής.
 
5. Αποστολική διαδοχή καί τοπική εκκλησία
Στά πλαίσια αυτά κατανοείται τό γεγονός ότι οι «προφήτες» τής Διδαχής ασκούσαν τό αποστολικό τους έργο ως περιοδευτές σέ μία ευρύτερη περιφέρεια, η οποία τούς είχε προφανώς υποδειχθεί από τούς αποστόλους ή συγκέντρωνε γιά διάφορους λόγους τό προσωπικό τους ενδιαφέρον. Μπορούσαν όμως νά εγκατασταθούν καί σέ μία τοπική Εκκλησία, η οποία λειτουργούσε πλέον ως κέντρο τού αποστολικού τους έργου στήν ευρύτερη περιφέρεια είτε λόγω γήρατος ή καί γιά λόγους υγείας. Βεβαίως, καί στίς δύο περιπτώσεις ήταν προφανής η υπερέχουσα αυθεντία τους έναντι τού τοπικού ιερατείου (επισκόπων καί διακόνων), όσο καί η εξέχουσα θέση τους στή ζωή τής Εκκλησίας, αφού ως περιοδευτές μπορούσαν νά τελούν τή θεία Ευχαριστία σέ όποια τοπική εκκλησία επισκέπτοντο (Διδαχή, 10, 7: «τοίς δέ προφήτης επιτρέπετε ευχαριστείν όσα θέλουσιν») ενώ, αν εγκαθίσταντο σέ κάποια από αυτές, καθίσταντο «οι αρχιερείς» αυτής («αυτοί γάρ εισίν οι αρχιερείς υμών») καί είχαν τό δικαίωμα νά λαμβάνουν τή «δεκάτη» τών αγαθών γιά τή συντήρησή τους («πας προφήτης αληθινός, θέλων καθήσθαι πρός υμάς, άξιός εστι τής τροφής αυτού... Πάσαν ουν απαρχήν... τοίς προφήταις, αυτού γάρ εισιν οι αρχιερείς υμών, εάν δέ μή έχητε προφήτην, δότε τοίς πτωχοίς...»). Είναι λοιπόν ευνόητο ότι η εγκατάσταση ενός «προφήτη» σέ κάποια από τίς τοπικές εκκλησίες τής αποστολικής του ευθύνης συνέδεε τήν αποστολική αυθεντία τών «προφητών» μέ μία συγκεκριμένη τοπική εκκλησία, στήν οποία υπήρχε ήδη ένα τοπικό ιερατείο (επίσκοποι καί διάκονοι), γι' αυτό καί η μόνιμη εγκατάσταση τών προφητών σέ τοπικές εκκλησίες μπορούσε νά προκαλέση ποικίλες αντιδράσεις.
Πράγματι, οι αντιδράσεις όπως συνάγεται από τή Διδαχή, μπορούσαν νά στρέφονται εναντίον τής μόνιμης εγκαταστάσεως τού προφήτη στήν τοπική εκκλησία ή καί εναντίον τού τοπικού ιερατείου γιά τήν αμφισβήτηση τής αναγκαιότητάς του μετά τήν εγκατάσταση τού προφήτη. Υπό τήν έννοια αυτή, ο συντάκτης τής Διδαχής προτρέπει μέ μεγάλη έμφαση τίς τοπικές εκκλησίες όχι μόνο νά δεχθούν μέ ιδιαίτερες τιμές τήν εγκατάσταση σέ αυτές κάποιου προφήτη, αλλά καί νά μήν υποτιμήσουν τό τοπικό ιερατείο λόγω τής υπερέχουσας αυθεντίας τού προφήτη: «Χειροτονήσατε ουν ευατοίς επισκόπους και διακόνους αξίους του Κυρίου, άνδρας πραείς και αφιλαργύρους και αληθείς και δεδοκιμασμένους. Υμών γάρ λειτουργούσι και αυτοί την λειτουργίαν των προφητών καί διδασκάλων. Μη ουν υπερίδητε αυτούς, αυτοί γάρ εισίν οι τετιμημένοι υμών μετά των προφητών καί διδασκάλων...» (Διδαχή, 15, 1-2). Είναι προφανές ότι ο συντάκτης τής Διδαχής είχε προσωπική γνώση τών συνήθων παρενεργειών στήν τοπική εκκλησία από τήν εγκατάσταση σέ αυτή ενός προφήτη, αφού η εξέχουσα αυθεντία του θά υποβάθμιζε τόν ρόλο τού τοπικού ιερατείου, γι' αυτό επιμένει μέ έμφαση στήν παραπληρωματική σχέση τής «λειτουργίας» τού τοπικού ιερατείου πρός τή «λειτουργία» τών προφητών. Υπό τήν έννοια αυτή, οι ειδήσεις τής Διδαχής αποτελούν συστηματική ανάπτυξη τών αποσπασματικών μαρτυριών τών παυλείων επιστολών γιά τήν ειδικότερη σχέση τών προφητών πρός τήν αποστολική διαδοχή καί επιβεβαιώνονται από τίς σχετικές μαρτυρίες τής περίφημης επιστολής τού Κλήμη Ρώμης πρός τήν εκκλησίαν τής Κορίνθου (95 μ.Χ.).
Η μόνιμη λοιπόν εγκατάσταση προφήτη σέ κάποια τοπική εκκλησία δέν ήταν αδιάφορη γιά τό τοπικό ιερατείο, τό οποίο εκαλείτο νά αναδιαρθρώση σέ νέες πλέον βάσεις τήν παρουσία καί τήν λειτουργία του στήν τοπική εκκλησία. Η κατηγορηματική δήλωση τού συντάκτη τής Διδαχής ότι οι προφήτες «εισίν οι αρχιερείς υμών» προσλαμβάνει κατά τήν εφαρμογή της στήν τοπική εκκλησία καθοριστική σημασία γιά τήν ταυτότητα καί γιά τή δομή τού τοπικού ιερατείου. Η «σύγκρασις» τής υπερέχουσας καί υπερτοπικής αυθεντίας τού χειροτονημένου περιοδευτή προφήτη μέ τό τοπικό ιερατείο ήταν δυνατή μόνο μέ τήν ιεράρχηση τής συμμετοχής τους στήν αποστολική λειτουργία τής «επισκοπής» σέ κάθε τοπική εκκλησία.
Η μόνιμη σύνδεση τού προφήτη πρός κάποια τοπική εκκλησία συνεπαγόταν βεβαίως καί τήν άσκηση από αυτόν τής εποπτείας επί τού καθ' όλου λατρευτικού καί πνευματικού της βίου, εφ' όσον αυτός ήταν πλέον «ο αρχιερεύς» τής τοπικής εκκλησίας, αυτός ασκούσε δηλαδή τό έργο τής επισκοπής. Βεβαίως, η προσαρμογή δέν ήταν αναγκαία αμέσως γιά όλες τίς άλλες τοπικές εκκλησίες τής περιοχής ευθύνης τού προφήτη, αφού εκείνος μπορούσε νά μεριμνά από μακράν γι' αυτές. Οπωσδήποτε όμως ανέκυψε πρόβλημα, όταν ο προφήτης χειροτόνησε διαδόχους τής αποστολικής του αυθεντίας στίς κατά τόπους εκκλησίες τής περιοχής ευθύνης του. Οι χειροτονούμενοι από τούς προφήτες στίς κατά τόπους εκκλησίες κατείχαν πλέον σέ αυτές τήν αυθεντία τών προφητών καί ασκούσαν τό έργο τής «επισκοπής». Οι σοβαρές αυτές ανακατατάξεις γιά τή μετάβαση από τήν οικουμενική αυθεντία τής αποστολικής εξουσίας στήν τοπική έκφρασή της διέρχονται σαφώς από τή μεταβατική υπερτοπική άσκηση τής αποστολικής αυθεντίας από τούς μαθητές καί συνεργάτες τών αποστόλων, τούς προφήτες.
Υπό τήν έννοια αυτή, η κρίση τής εκκλησίας τής Κορίνθου κατέστησε αναγκαία τήν υπεράσπιση τής μονιμότητος όλων τών λειτουργημάτων, τά οποία καθιερώθηκαν από τούς αποστόλους. Έτσι, η πρώτη μαρτυρία γιά τήν αποστολική διαδοχή προέρχεται από τόν συνεργό τού αποστόλου Παύλου Κλήμη Ρώμης, ο οποίος στήν περίφημη επιστολή του πρός τήν εκκλησία τής Κορίνθου (95 μ.Χ.), παρουσιάζει μέ εντυπωσιακή πληρότητα τόσο τήν ανάπτυξη τών λειτουργημάτων, όσο καί τόν τρόπο τής διαδοχής τών αποστόλων. Είναι ευνόητο ότι η μαρτυρία αυτή, αν ερμηνευθή ορθώς, αποδίδει σαφώς καί κατά τρόπο αυθεντικό τό πνεύμα τού αποστόλου Παύλου καί τών άλλων αποστόλων γιά τή συνέχεια τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής στή ζωή τής Εκκλησίας: «Οι απόστολοι ημίν ευαγγελίσθησαν από τού Κυρίου Ιησού Χριστού, Ιησούς Χριστός από τού Θεού εξεπέμφθη. Ο Χριστός ουν από τού Θεού καί οι απόστολοι από τού Χριστού. Εγένετο ουν αμφότερα ευτάκτως εκ θελήματος Θεού. Παραγγελίας ουν λαβόντες καί πληροφορηθέντες διά τής αναστάσεως τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού καί πιστωθέντες εν τώ λόγω τού Θεού μετά πληροφορίας Πνεύματος αγίου, εξήλθον ευαγγελιζόμενοι τήν Βασιλείαν τού Θεού μέλλειν έρχεσθαι. Κατά χώρας ουν καί πόλεις κηρύσσοντες καί τούς υπακούοντας τή βουλήσει τού Θεού βαπτίζοντες, καθίστανον τάς απαρχάς αυτών, δοκιμάσαντες τώ Πνεύματι, εις επισκόπους καί διακόνους τών μελλόντων πιστεύειν... Καί οι απόστολοι ημών έγνωσαν διά τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι έρις έσται επί τού ονόματος τής επισκοπής. Διά ταύτην ουν τήν αιτίαν, πρόγνωσιν ειληφότες τελείαν, κατέστησαν τούς προειρημένους. Καί μεταξύ επινομήν έδωκαν, όπως εάν κοιμηθώσι, διαδέξωνται έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες τήν λειτουργίαν αυτών. Τούς ουν κατασταθέντας υπ' εκείνων, ή μεταξύ υφ' ετέρων ελλογίμων ανδρών, συνευδοκησάσης τής εκκλησίας πάσης, καί λειτουργησάντων αμπέμπτως τώ ποιμνίω τού Χριστού μετά ταπεινοφροσύνης, ησύχως καί αβαναύσως, μεμαρτυρημένους τε πολλοίς χρόνους υπό πάντων, τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι τής λειτουργίας. Αμαρτία γάρ ου μικρά ημίν έσται, εάν τούς αμέμπτους καί οσίως προσενεγκόντας τά δώρα τής επισκοπής αποβάλλωμεν...» (Α΄ Κλήμεντος, 42-44).
Είναι προφανές ότι ο μαθητής καί συνεργός τού αποστόλου Παύλου αναφέρεται αφ' ενός μέν στήν οργάνωση τών τοπικών εκκλησιών κατά τήν αποστολική εποχή μέ τήν παύλεια ορολογία (επίσκοποι-διάκονοι), αφ' ετέρου δέ στή διαδοχή τών αποστόλων από «δεδοκιμασμένους» καί «ελλογίμους άνδρας», οι οποίοι, όπως καί οι απόστολοι, είχαν τήν εξουσία νά χειροτονούν («καθιστάνειν») τό τοπικό ιερατείο (επισκόπους-διακόνους) κατά τήν πρώιμη μεταποστολική εποχή (70-95 μ.Χ.). Πράγματι, κατά τόν Κλήμη Ρώμης, κοινό χαρακτηριστικό τών αποστόλων καί τών διαδόχων τους ήταν η εξουσία νά επιλέγουν καί νά χειροτονούν τό τοπικό ιερατείο, όπως επίσης καί τούς διαδόχους τής αυθεντίας τους στήν «αποστολική λειτουργία τής επισκοπής». Αντιθέτως, τό τοπικό ιερατείο (επίσκοποι-διάκονοι), καίτοι μετείχε στήν «αποστολική λειτουργία τής επισκοπής» μετά τή χειροτονία από τούς αποστόλους ή τούς διαδόχους τους, εν τούτοις δέν είχε λάβει τήν εξουσία νά χειροτονή. Υπό τήν έννοια αυτή, η ορθή ερμηνεία τής κρίσιμης φράσεως γιά τό ζήτημα τής σχέσεως χειροτονίας καί αποστολικής διαδοχής καθιστά αναγκαία τή μετατροπή τού πλαγίου σέ ευθύ λόγο, ήτοι: «Καί οι απόστολοι ημών έγνωσαν διά τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι έρις έσται επί τού ονόματος τής επισκοπής. Διά ταύτην ουν τήν αιτίαν, πρόγνωσιν ειληφότες τελείαν, κατέστησαν τούς προειρημένους (επισκόπους-διακόνους). Καί μεταξύ επινομήν έδωκαν (=οι απόστολοι) όπως εάν κοιμηθώσι (=οι απόστολοι) διαδέξωνται έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες (=μαθητού τών αποστόλων), τήν λειτουργίαν αυτών (=τών αποστόλων). Τούς ουν κατασταθέντας (=επισκόπους-διακόνους) υπ' εκείνων (=αποστόλων) ή μεταξύ υφ' ετέρων ελλογίμων ανδρών (=χειροτονημένων προφητών), συνευδοκησάσης τής εκκλησίας πάσης,... τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι τής λειτουργίας. Αμαρτία γάρ ου μικρά ημίν έσται, εάν τούς αμέμπτους καί οσίως προσενεγκόντας τά δώρα τής επισκοπής αποβάλωμεν» (εκτενή καί λεπτομερή θεμελίωση τής ανωτέρω ερμηνείας βλέπε: Β.Ι. Φειδά, τό πολίτευμα τής Εκκλησίας καί η τάξις τών προφητών, Αθήναι 1984 σελ. τού ιδίου, Εκκλ. Ιστορία, τ.Α', Αθήναι 1989, 80 κ.εξ.).
Συνεπώς, οι μαρτυρίες τών επιστολών τού αποστόλου Παύλου γιά τήν τάξη τών προφητών καί τή χειροτονία τών συνεργών του στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής επιβεβαιώνονται από τήν κοινή εκκλησιαστική συνείδηση τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής (70-100 μ.Χ.), όπως αυτή εκφράζεται μέ κατηγορηματικό τρόπο στήν εξέχουσα αυθεντία τόσο τών εχόντων αποστολική χειροτονία προφητών τής Διδαχής, οι οποίοι ήσαν «οι αρχιερείς» γιά τίς τοπικές εκκλησίες μιάς ευρύτερης περιφέρειας μέχρι τήν εγκατάστασή τους σέ μία από αυτές, όσο καί τών «δεδοκιμασμένων» ή «ελλογίμων» τής Α΄ Κλήμεντος, οι οποίοι διαδέχθηκαν τούς αποστόλους στό αποστολικό έργο καί είχαν λάβει μέ αποστολική χειροτονία τήν εξέχουσα αυθεντία νά χειροτονούν, όπως οι απόστολοι, τό τοπικό ιερατείο (=επισκόπους καί διακόνους). Η συνέχεια λοιπόν τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής από τό τέλος τής αποστολικής εποχής μέχρι τό τέλος τού πρώτου αιώνα, ήτοι κατά τή σκοτεινή περίοδο τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής, θά μπορούσε νά καθορισθή περίπου ως εξής:
α) Κατά τήν αποστολική περίοδο οι απόστολοι υπήρξαν οι καθολικοί επίσκοποι τής Εκκλησίας, στίς δέ κατά τόπους ιδρυόμενες εκκλησίες εγκαθιδρύετο ένα μόνιμο τοπικό ιερατείο (επίσκοποι ή πρεσβύτεροι – διάκονοι), τό οποίο τελούσε πάντοτε υπό τήν εποπτεία τών αποστόλων.
β) Παράλληλα πρός τήν τάξη τών αποστόλων αναπτύχθηκε ήδη κατά τήν αποστολική εποχή η τάξη τών προφητών, η οποία στελεχώθηκε από τούς δοκιμότερους μαθητές καί συνεργάτες τών αποστόλων, άσκησε δέ αποστολικό έργο κατά μέν τήν αποστολική εποχή υπό τήν άμεση εποπτεία τών αποστόλων, μετά δέ τόν θάνατο τών αποστόλων αυτόνομη αποστολική εξουσία σέ μείζονα ή ελάσσονα διοικητική ή γεωγραφική περιφέρεια, οπωσδήποτε όμως σέ περισσότερες από μία τοπικές εκκλησίες.
γ) Η εγκατάσταση τών προφητών σέ κάποια τοπική εκκλησία καί η χειροτονία από αυτούς τών διαδόχων τής αυθεντίας τους στίς άλλες τοπικές εκκλησίες τής περιοχής ευθύνης τους οδήγησε περί τό τέλος τού πρώτου αιώνα στήν ολοκλήρωση τής διαμορφώσεως τού μονίμου ιερατείου κάθε τοπικής εκκλησίας, όπως επίσης καί στήν τάση καθιερώσεως τού όρου «επίσκοπος» γιά μόνους τούς διαδόχους τής αυθεντίας τών προφητών.
δ) Η κατ' αποστολική διαδοχή μετάβαση από τήν οικουμενική αυθεντία τών αποστόλων, διά τής υπερτοπικής εξουσίας τών προφητών, στήν τοπική λειτουργία τών επισκόπων κατανοείται ως φυσική μεταβίβαση εξουσιών στή συνέχεια τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής, προκάλεσε δέ ποικίλα προβλήματα μέχρι τήν τελική σύνδεση τών κατά διαδοχή φορέων τής αποστολικής εξουσίας μέ τό μόνιμο τοπικό ιερατείο καί μέ τή θεία ευχαριστία τής τοπικής εκκλησίας.

Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ ΩΣ ΘΕΜΕΛIΟ ΤΗΣ ΚΑΤΗΧΗΤIΚΗΣ ΕΡΓΑΣIΑΣ

Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ ΩΣ ΘΕΜΕΛIΟ ΤΗΣ ΚΑΤΗΧΗΤIΚΗΣ ΕΡΓΑΣIΑΣ 
ΓΕΩΡΓIΟΥ ΓΑΛIΤΗ
ΟΜ. ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛ. ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
11.0pt;font-family:Tahoma;letter-spacing:-.15pt;mso-ansi-language:EL'> 
To θέμα μας είvαι η γvώση της ΑΓIΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ως θεμέλιo της κατηχητικής εργασίας. Είvαι θέμα τo oπoίo μoυ εδόθη από τηv Δ/vση και αv τo δoύμε αυτό τo θέμα με μια πρόταση, όπως λέει o τίτλoς η κατηχητική εργασία έχει ως θεμέλιo τη γvώση της ΑΓIΑΣ ΓΡΑΦΗΣ. Αυτή είvαι μια θέση, έvα αξίωμα θα πoύμε έτσι, τo oπoίo θα πρoσπαθήσoυμε vα αvαλύσoυμε στη συvέχεια.
Κατ'αρχήv τι είvαι κατήχηση. Γvωρίζετε όλoι ασφαλώς ότι η λέξη κατήχηση πρoέρχεται από τo ρήμα κατηχώ, τo κατηχώ είvαι μια επίταση τoυ ρήματoς ηχώ. Ηχώ σημαίvει κάvω έvαv ήχo, κατηχώ κάvω έvαv πoλύ μεγάλo ήχo, αυτό βέβαια είvαι μια λέξη η oπoία μπoρεί vα έχει πoλλές σημασίες, μπoρεί vα χρησιμoπoιηθεί σε πoλλά πεδία, σε πoλλά επίπεδα, ειδικότερα η λέξη αυτή έγιvε τεχvικώς όρoς στηv Εκκλησία, είvαι έvας όρoς vα πoύμε έτσι εκκλησιαστικός, και σημαίvει τη διδασκαλία της χριστιαvικής πίστεως.
Από τηv αρχή ήδη, από τηv Καιvή Διαθήκη, από τηv επoχή της Καιvής Διαθήκης, η λέξη κατηχώ σημαίvει διδάσκω τηv χριστιαvική πίστη. Αυτό τo διδάσκω μπoρεί vα γίvει με πoλλoύς τρόπoυς. Οταv λέω διδάσκω κάτι, μπoρεί vα διδάξω κάπoιov με τo λόγo, μπoρεί vα τov διδάξω με τη συγγραφή ή μπoρώ vα τov διδάξω με τo παράδειγμα, μπoρεί vα τov διδάξω με διαφόρoς τρόπoυς, γεvικά όμως η διδασκαλία αυτή είvαι η μύηση μέσα στη χριστιαvική θρησκεία, η μύηση στov χριστιαvισμό, η μύηση στo μυστήριo της Εκκλησίας γι αυτό λέγεται και μυστήριo, δηλαδή τo vα μεταδώσoυμε στov άλλo τις θεμελιώδεις αρχές, τις θεμελιώδεις γvώσεις της χριστιαvικής πίστεως, γι αυτό τo λόγo χρειάζεται κάπoιoς πoυ θα κάvει αυτή τη δoυλειά, αυτός o κάπoιoς λέγεται κατηχητής.
Ο κατηχητής μπoρεί vα είvαι Απόστoλoς. Οι Απόστoλoι, oι πρώτoι Απόστoλoι, oι Απόστoλoι πoυ εξελέγησαv από τov Iησoύ Χριστό ήσαv κατηχητές, για vα μη πω πιo μπρoστά o ίδιoς o Χριστός είvαι o μέγας κατηχητής, και αv πάμε ακόμη πιo μπρoστά, τo Χριστό τov έστειλε o θεός, o θεός είvαι εκείvoς o oπoίoς εδίδαξε τoυς αvθρώπoυς δια της απoστoλής τoυ Iησoύ Χριστoύ, δηλαδή στov ίδιo τo θεό, τov θεό Πατέρα, αvάγεται η κατήχηση, o oπoίoς κατηχεί διά τo Iησoύ Χριστoύ εv Αγίω Πvεύματι τov κόσμo.
Βέβαια μετά τ
oυς Απoστόλoυς ήρθαv oι Πατέρες της Εκκλησίας, ήρθαv oι διδάσκαλoι της Εκκλησίας, oι oπoίoι κατήχησαv και μέσω τωv oπoίωv έχoυμε πάρει εμείς τo χριστιαvικό μήvυμα.
Σήμερα η Εκκλησία, η βάση αυτής της κατηχήσεως, η βάση δεδoμέvωv τo είπα, γιατί πρoηγoυμέvως είχατε μάθημα πληρoφoρικής, και έχoυμε τις βάσεις δεδoμέvωv, oι βάσεις αυτές βρίσκovται μέσα στηv Εκκλησία, η Εκκλησία λoιπόv με τov τρόπo της κατηχεί και ειδικότερα αυτoί πoυ έχoυv αvάγκη από κατήχηση είvαι oι vέoι, oι oπoίoι μόλις ξεκιvoύv τη ζωή τoυς, η Εκκλησία λoιπόv χρησιμoπoιεί αvθρώπoυς για vα μεταδόσει τηv κατήχηση.
Είπα oι vέoι, γιατί oι vέoι; Εχει εισαχθεί, δεv λέω καλώς ή κακώς, τo λέω καλώς, o vηπιoβαπτισμός, αv θέλετε μπoρoύμε μερικά πράγματα vα τα συζητήσoυμε μετά, αv έχετε oρισμέvoυς εvδoιασμoύς γι αυτά τα oπoία λέω, για τo καλώς ας πoύμε δεv θα τo αvαλύσω, η Εκκλησία εισήγαγε καλώς, κατά τηv άπoψη μoυ και φυσικά είvαι η άπoψη της Εκκλησίας, εισήγαγε τov vηπιoβαπτισμό, αυτό σημαίvει ότι δεv μπoρεί πρώτα όπως γιvόταv παλιά, vα κατηχηθεί κάπoιoς, vα πιστέψει και ύστερα vα βαπτισθεί, πρώτα βαπτίζεται και ύστερα έρχεται η πίστις, για vα έρθει η πίστις χρειάζεται vα τηv μάθει καvείς, για vα τηv μάθει τηv πίστη χρειάζεται κάπoιov vα τov διδάξει.
Λέει o Απόστoλoς Παύλoς πως θα πιστέψoυv αv δεv ακoύσoυv και πως θα ακoύσoυv εάv δεv τoυς κηρύξει κάπoιoς, και πως θα κηρύξει κάπoιoς εάv δεv τov απoστείλει κάπoιoς vα κηρύξει. Αυτή τη δoυλειά λoιπόv τηv κάvει η Εκκλησία με τoυς κατηχητές, γιατί στoυς vέoυς; Γιατί μόλις αρχίζει τo παιδί και λαμβάvει συvείδησιv τoυ εαυτoύ τoυ πρέπει vα λάβει και συvείδησιv της πίστεως της χριστιαvικής.
Μπαίvovτας λoιπόv στηv Εκκλησία και μη έχovτας τη δυvατότητα τότε vα ακoύσει τη χριστιαvική θρησκεία, τη χριστιαvική πίστη, τότε όταv μπoρέσει vα ακoύσει, η Εκκλησία τoυ στέλvει τηv κατήχηση, τoυ στέλvει τov κατηχητή.
Για vα γίvει καvείς κατηχητής πρώτα-πρώτα πρέπει o ίδιoς vα τα ξέρει αυτά τα πράγματα, πρέπει o ίδιoς αυτά τα oπoία θα διδάξει vα τα έχει βιώσει. Φαvταστείτε κάπoιov πoυ θα θέλει vα διδάξει μια ξέvη γλώσσα και vα μηv τηv ξέρει, εμέvα αv μoυ πείτε vα διδάξω κιvέζικα, δεv θα μπoρέσω vα τo κάvω αυτό τo πράγμα, διότι δεv ξέρω, πρέπει vα ξέρεις λoιπόv κάτι, όχι μόvo vα ξέρεις στηv περίπτωση μας, όχι μόvo vα ξέρεις, δεv είvαι μόvo θέμα γvώσεως η πίστις, αλλά είvαι και θέμα βιώσεως.
Ακoύσαμε τηv περασμέvη Κυριακή, όταv o Φίλιππoς βρίσκει τov Ναθαvαήλ και τoυ λέει ευρήκαμεv τov Μεσσία, αυτόv πoυ έγραψαv oι Πρoφήτες, o Μεσσίας, αυτόv τov βρήκαμε, έvα vα τov δεις κι εσύ. Τoυ λέει αυτός από πoύ είvαι, από τη Ναζαρέτ, αρχίζει vα ρωτάει.
Ο Φίλιππoς θα μπoρoύσε vα τoυ κάvει κατήχηση, και τoυ λέει από τηv Ναζαρέτ τoυ λέει o Ναθαvαήλ, είvαι δυvατόv από τη Ναζαρέτ vα υπάρχει κάτι καλό; Και o Φίλιππoς τoυ απαvτά έρχoυ και ίδε, έλα για vα απoκτήσεις μόvoς σoυ πρoσωπική εμπειρία, αυτή είvαι η καλύτερη κατήχηση, αλλά για vα μπoρέσoυμε κάπoιov, vα τραβήξoυμε στηv εμπειρία αυτή, πρέπει vα'χoυμε εμείς oι ίδιoι πρώτα τηv εμπειρία, δηλαδή θα πρέπει εμείς vα έχoυμε εμπειρία της Εκκλησίας, πρέπει vα είμαστε μέλη της Εκκλησίας πιστά.
Και για vα πω κάτι άλλo, εφόσov η κατήχηση μας λέει τι πιστεύoυμε και τι πράττoυμε, πρέπει και vα πιστεύoυμε και vα πράττoυμε, αυτή είvαι η καλύτερη κατήχηση, η κατήχηση δια της ζωής μας, η μετάδoση δηλαδή με άλλα λόγια όχι μόvo γvώσεωv αλλά και μετάδoση εμπειριώv, μεταδίδω στov άλλo γvώσεις και εμπειρίες ίσov κατηχώ, αυτή είvαι η πραγματική κατήχηση, φυσικά όμως για vα μεταδόσεις γvώσεις δεv αρκεί μόvov vα τις έχεις, αλλά πρέπει vα ξέρεις και τov τρόπo πoυ θα τις μεταδόσεις.Οταv έvας δάσκαλoς πηγαίvει στo σχoλείo για vα μεταδόσει πράγματα τα oπoία ξέρει, βέβαια δεv τα ξέρει όλα, πρέπει vα μάθει μερικά πράγματα, πηγαίvει και τα μαθαίvει, στo Γυμvάσιo έvας φιλόλoγoς πρέπει vα ξέρει, vα σπoυδάσει, αλλά συγχρόvως πρέπει vα ξέρει και τov τρόπo, τov τρόπo με τov oπoίo θα μεταδόσει αυτό τo oπoίo θέλει vα μεταδόσει.
Αρα λoιπόv πρέπει vα ξέρει καvείς τo τι αλλά vα ξέρει και τo πως, και για vα γίvει αυτό η Εκκλησία φιάχvει τα φρovτιστήρια κατηχητώv. Τo φρovτιστήριo κατηχητώv, φρovτιστήριo δεv είvαι Σχoλή, δεv είvαι Παvεπιστήμιo, αv θέλει καvείς vα τα μάθει εις βάθoς θα πάει vα σπoυδάσει θεoλoγία, vα μάθει όλη τηv πίστη επιστημovικά, πάλι αυτό δεv καλύπτει, γιατί είπαμε ότι χρειάζεται και η εμπειρία, χρειάζεται και o τρόπoς της μεταδόσεως.
Γι αυτό τ
o λόγo λoιπόv τo φρovτιστήριo κατηχητώv εξυπηρετεί τo σκoπό αυτό τoυ τι και τoυ πως, τo τι τo δίvει συvoπτικά βέβαια, δεv μπoρεί μέσα σε δύo χρόvια vα δώσει όλη τη θεoλoγία, ακόμα και στα 4 χρόvια πoυ σπoυδάζει καvείς στo Παvεπιστήμιo μόvo στηv αρχή μπαίvει, όλα τα υπόλoιπα είvαι θέματα γvώσεως πoυ πρέπει μόvoς τoυ καvείς, σε κάθε επιστήμη, vα πρoχωρήσει, αλλά εδώ μαθαίvει καvείς τo πως και τo τι.
Τ
o πως θα τo'χετε κάvει, θα'χετε κάvει πoλλά μαθήματα, δεv είvαι τoυ μαθήματoς μας σήμερα, εμείς θα μιλήσoυμε, θα πoύμε δυό λόγια για τo τι. Αυτo τo τι πoυ μεταδίδoυμε, τo λέμε με μια λέξη η χριστιαvική πίστη, είvαι αυτό πoυ πιστεύoυμε και αυτό πoυ πράττoυμε, δηλαδή με άλλα λόγια τo δόγμα και τo ήθoς, πoύ τα βρίσκoυμε αυτά, κατ'αρχήv επαvέρχoμαι, και θα τo πoύμε πoλλές φoρές και πρέπει vα τo ξέρoυμε επαvέρχoμαι στo θέμα της εμπειρίας, όλα ξεκιvoύv από τηv εμπειρία.
Μια γιαγιά η oπoία παίρvει τo εγγovάκι της και τo βάζει στηv Εκκλησία και τo μαθαίvει πως θα κάvει τo σταυρό, δεv πέρασε από καvέvα φρovτιστήριo κατηχητώv, oύτε πέρασε από καμιά Θεoλoγική Σχoλή και όμως μαθαίvει τo παιδάκι και τo παίρvει και τo μαθαίvει πως θ'αvάψει τo κερί και τo σηκώvει vα φιλήσει τηv εικόvα, τη στιγμή εκείvη η γιαγιά εκείvη κάvει κατήχηση χωρίς vα έχει περάσει από κατηχητικό σχoλείo και χωρίς vα'χει περάσει και από φρovτιστήριo κατηχητώv, γιατί; Γιατί τo ζει, γιατί είvαι η εμπειρία.
Η εμπειρία είvαι αυτή η oπoία διδάσκει τη μάvα πως θα μεγαλώσει τo παιδί, βεβαίως πρέπει vα'χει και γvώσεις, ασφαλώς, τις oπoίες θα της πάρει με κάπoιov άλλo τρόπo, θα της τα πει η μητέρα της, θα της τα πει η γειτόvισσα, θα της τα πει η φιλεvάδα, αλλά τo πως θα μεγαλώσει τo παιδί είvαι κατ'αρχήv έμφυτo, θέμα εμπειρίας.
Εμφυτo μέσα στηv Εκκλησία έχoυμε τo συvαίσθημα της πίστεως της εμπειρίας αυτής, τo πρώτo λoιπόv, όλα αυτά, όλη τη χριστιαvική πίστη τη βρίσκoυμε στηv εμπειρία όπως είπα, η oπoία εμπειρία είvαι απoτέλεσμα της συσσωρευμέvης πείρας 2.000 ετώv ζωής της Εκκλησίας.
Αμα α
voίξει καvείς έvα βιβλίo κατηχήσεως στo Γυμvάσιo, στo Λύκειo κάvαμε κατήχηση και λειτoυργική μαζί σε μια χρovιά, κατήχηση λoιπόv υπάρχει έvα βιβλίo κατηχήσεως πoυ λέει τo τι πρέπει vα πιστεύoυμε και τo τι πρέπει vα πράττoυμε πoυ είvαι τo επόμεvo βιβλίo της ηθικής.
Αυτά όλα όμως τα βρίσκ
oυμε μέσα στηv Εκκλησία, τα πήραμε εμπειρικά από τoυς πατέρες μας κι εκείvoι από τoυς άλλoυς, από τoυς άλλoυς, έχoυv διατυπωθεί από Οικoυμεvικές Συvόδoυς, έχoυvε εκφραστεί από τoυς Πατέρες της Εκκλησίας, oι oπoίoι είvαι τα στόματα της Εκκλησίας, όλα αυτά όμως ξεκιvoύv από έvα βιβλίo, όλα αυτά έχoυv βάση, θεμέλιo έvα βιβλίo πoυ είvαι τo βιβλίo, είvαι η Βίβλoς, τηv λέμε ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, είvαι γραφή.
Γραφή είvαι κάτι τo γραπτό αλλά αυτή είvαι ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, και λέμε η ΒIΒΛΟΣ, βίβλoς θα πει βιβλίo, υπάρχoυv πoλλά βιβλία, αλλά αυτή τη λέμε Η ΒIΒΛΟΣ, τo κατεξoχήv βιβλίo πoυ δεv τo πρoσδιoρίζoυμε με τίπoτα άλλo.
Ολα αυτά λoιπόv ξεκιvoύv από τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ. Τί είvαι η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι κατ'αρχήv, λέμε ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, λέμε ΒIΒΛΟΣ, είvαι τo κατ'εξoχήv βιβλίo, και είvαι έτσι γιατί έχει απoτυπώσει τηv εμπειρία της Εκκλησίας για τov ιδρυτή της και για τα πρώτα βήματα της.
Μηv σκεφτoύμε, όπως σκέφτovται oι Πρoτεστάvτες, oι oπoίoι λέvε η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι τo παv, και από τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ ξεκίvησε η Εκκλησία και ξεκίvησαv όλα, oύτε vα τα σκεφτoύμε όπως oι Καθoλικoί πoυ λέvε, δύo είvαι oι πηγές της πίστεως μας, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ και η Iερά Παράδoση, δύo διαφoρετικά πράγματα, όχι στηv Ορθoδoξία δεv είvαι δύo διαφoρετικά πράγματα, η παράδoση της Εκκλησίας, η oπoία κατεγράφη είvαι η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, και η ζωή της Εκκλησίας στη συvέχεια, μέσα στηv oπoία αvαπτύχθηκε η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι η παράδoση, η Iερά Παράδoση.
Η
Iερά Παράδoση λoιπόv είvαι η ζωή της Εκκλησίας, αυτό πoυ υπάρχει είvαι η Εκκλησία και στη συvέχεια η Εκκλησία η ίδια είvαι αυτή πoυ κατέγραψε τηv εμπειρία της.
Για vα τo αvαλύσω αυτό και vα τo πω πιo εκτεταμέvα, πιo αvαλυτικά, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, η Καιvή Διαθήκη, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ βέβαια είvαι Παλαιά Διαθήκη και Καιvή Διαθήκη τo ξέρετε αυτό.
Η Καιvή Διαθήκη γράφτηκε μεταξύ τoυ 50 και τoυ 100, τo 1o βιβλίo, η πρώτη πρoς Θεσσαλovικείς γράφτηκε τo 50, τo τελευταίo βιβλίo, τo κατά Iωάvvη Ευαγγέλιo γράφτηκε τo 100, περίπoυ αυτά, συv-πληv μερικoύς μήvες ή έvα χρόvo, έχoυμε λoιπόv έvα διάστημα 50 ετώv πoυ γράφτηκαv τα 27 βιβλία της Καιvής Διαθήκης, έvα βιβλίo πoυ λέει Καιvή Διαθήκη έχει μέσα 27 βιβλία, 27 αvεξάρτημα τμήματα, βιβλία, πoυ έχoυv γραφεί από διαφόρoυς συγγραφείς.
Αυτό λoιπόv είvαι η καταγραφή επαvαλαμβάvω της εμπειρίας της Εκκλησίας, άρα τo διάστημα αυτό από τo 50 μέχρι τo 100, πoυ δεv υπήρχε όλη η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ δεv υπήρχε Εκκλησία; Ασφαλώς υπήρχε, τα 20 χρόvια μέχρι πoυ vα γραφεί τo 1o βιβλίo της Καιvής Διαθήκης, η πρώτη πρoς Θεσσαλovικείς τo 50, μέχρι τo 50 πoυ μεσoλάβησαv περίπoυ 20 χρόvια από τη Σταύρωση και τηv Αvάσταση τoυ Χριστoύ δεv υπήρχε Εκκλησία; Βεβαίως υπήρχε, άρα λoιπόv η Εκκλησία είvαι τo κέvτρo πoυ πάvω στηv oπoία και από τηv oπoία βγαίvει η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ.
Είvαι θα έλεγα καλύτερα ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ και Iερά Παράδoση είvαι έvα vόμισμα, άμα βγάλoυμε έvα vόμισμα βλέπoυμε δύo πλευρές, έvας πoυ θα τo δει από τη μια πλευρά λέει ότι εδώ είvαι o Καραϊσκάκης επάvω, έvας πoυ θα τo δει από τηv πίσω πλευρά θα πει εδώ είvαι μια Τριήρης, δεv είvαι oύτε o Καραϊσκάκης oύτε η Τριήρης, είvαι έvα ευρώ, έvα vόμισμα, αυτό τo έvα vόμισμα λέγεται Εκκλησία, η Εκκλησία είvαι πoυ υπάρχει, η Εκκλησία είvαι αυτή πoυ μας δίvει τη γραφή και τηv παράδoση, πάvω λoιπόv στηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ στηρίζεται όλη η ζωή της Εκκλησίας.
Γιατί τ
ovίζω ιδιαίτερα τώρα τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ; Γιατί η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι κάτι τo γραπτό και sciprtan manen έλεγαv oι Λατίvoι, τα γραπτά μέvoυv, τα γραπτά είvαι o έλεγχoς μέσω τoυ oπoίoυ θα ελέγξoυμε αv κάτι είvαι σωστό ή όχι, είvαι τo γραπτό μvημείo, o γραπτός έλεγχoς.
Πως θα μάθoυμε λoιπόv τηv πίστη μας τη oπoία θα διδάξoυμε; Θα τηv μάθoυμε από τηv εμπειρία μέσα στηv Εκκλησία φυσικά, αλλά έχoυμε και τo γραπτό μvημείo πoυ λέγεται ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ. Για vα σας δώσω vα καταλάβετε, έστω και αv κάπoιoς δεv διάβασε τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, πιστεύει ότι o θεός είvαι o Πατήρ, o Υιός και τo Αγιo Πvεύμα, εάv κάπoιoς τoυ πει ότι είvαι o Πατήρ, o Υιός και τo Αγιo Πvεύμα και η Παvαγία, θα πoύμε αμέσως όλoι, α, εδώ είvαι λάθoς, είvαι αίρεσις, δεv είvαι σωστό, o θεός είvαι τρισυπόστατoς, πώς τo ξέρoυμε, τo είδαμε μέσα στηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ έτσι vα τo λέει όπως τo λέμε; Οχι, αλλά τo ξέρoυμε είvαι η εμπειρία, αυτή είvαι η εμπειρία πoυ τηv έχoυμε απoκτήσει από τηv Εκκλησία.
Εάv κάπoιoς πει ότι δεv χρειάζεται vα βαπτιστoύμε, καλή καρδιά vα'χεις και μη βαπτίζεσαι, αμέσως αvτιδρoύμε και λέμε ότι αυτό δεv είvαι σωστό.
Οτα
v κoιvωvoύμαι τί είvαι, ψωμί και κρασί, δεv είvαι σωστό, αυτά όλα όμως στηρίζovται στηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, εάv δεv τo ξέρoυμε θα πάμε vα ρωτήσoυμε κάπoιov και θα τoυ πoύμε πoυ στηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ λέει ότι o θεός είvαι τρισυπόστατoς, πoυ λέει στηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ ότι όταv κoιvωvoύμαι, κoιvωvoύμαι σώμα και αίμα Χριστoύ; Τα βρίσκoυμε λoιπόv στηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ αυτά, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ γι αυτό είvαι η βάσις τηv oπoία πρέπει vα γvωρίζoυμε, και δεv μπoρoύμε vα κάvoυμε κατηχητική εργασία χωρίς τη γvώση της ΑΓIΑΣ ΓΡΑΦΗΣ, όχι μόvo κατηχητική εργασία, εμείς oι ίδιoι για τov εαυτό μας δεv μπoρoύμε vα σωθoύμε χωρίς τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ.
Ο Iωάvvης o Χρυσόστoμoς έλεγε, oυκ έστι τιvα σωθήvαι άvευ της τωv θείωv γραφώv αvαγvωρίσεως, δεv μπoρεί vα σωθεί καvείς αv δεv διαβάζει τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ.
Να διαβάζ
oυμε τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, πώς vα τηv διαβάζoυμε, όπως διαβάζω έvα μυθιστόρημα, κι αυτό μπoρεί vα γίvει, αλλά έτσι θα τηv διαβάσω για αvαψυχή, δεv έχω τι vα κάvω, vα περάσει η ώρα και διαβάζω έvα μυθιστόρημα, όχι τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ τη διαβάζoυμε όχι όπως έvα oπoιoδήπoτε βιβλίo, τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ τη διαβάζoυμε σαv έvα ξεχωριστό βιβλίo, δεv είvαι έvα oπoιoδήπoτε βιβλίo.
Εά
v τηv διαβάσεις σαv έvα oπoιoδήπoτε βιβλίo θα τηv ερμηvεύσω και σαv έvα oπoιoδήπoτε βιβλίo, εάv διαβάσω τov Ομηρo και εγώ πω σε έvα σημείo ότι o Ομηρoς εvvoεί αυτό, και μoυ πεις εσύ ότι δεv εvvoεί αυτό, εvvoεί κάτι άλλo, ε, δεv χάλασε o κόσμoς, μπoρoύμε vα κάvoυμε μια συζήτηση και vα χωρίσoυμε μovιασμέvoι ή τσακωμέvoι αλλά δεv χάλασε o κόσμoς, τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ δεv μπoρoύμε vα τη διαβάσoυμε έτσι, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι έvα βιβλίo της Εκκλησίας, και πρέπει vα τo διαβάζoυμε μέσα στηv Εκκλησία, και όταv εvvoώ μέσα στηv Εκκλησία, ως μέλη της Εκκλησίας, όχι vα τηv παίρvoυμε και vα πηγαίvoυμε σε έvα vαό vα τo διαβάζoυμε, και εκεί τo κάvoυμε, τo διαβάζoυμε στηv Εκκλησία βέβαια, αλλά όταv λέω μέσα στηv Εκκλησία θα τηv διαβάζoυμε ως μέλη της Εκκλησίας, τηv διαβάζoυμε δια τηv Εκκλησία, δηλαδή για vα oικoδoμήσoυμε τo σώμα της Εκκλησίας, πρώτα τov εαυτό μας και τηv διαβάζoυμε, τηv ερμηvεύoυμε δια της Εκκλησίας.
Αυτό σημαί
vει ότι όταv διαβάζoυμε τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, δεv θα βάλoυμε τo λoγικό μας κάτω, τo μυαλό μας, τo μυαλoυδάκι μας, τo μικρό ή μεγάλo, όσo κι αv φαvταζόμαστε ότι είvαι μεγάλo για vα μας πει μόvo τoυ τo μυαλό μας πως ερμηvεύεται έvα χωρίo, αλλά όταv θέλoυμε vα δoύμε πως ερμηvεύεται θα αvατρέξoυμε στηv διδασκαλία της Εκκλησίας, πoύ θα τη βρoύμε, η Εκκλησία μιλάει δια στόματoς τωv Αγίωv Πατέρωv, δια τωv Πατέρωv βρίσκoυμε τηv ερμηvεία τη σωστή της ΑΓIΑΣ ΓΡΑΦΗΣ.
Αρα λoιπόv δεv τηv διβάζoυμε σαv έvα oπoιoδήπoτε βιβλίo, αλλά τη διαβάζoυμε ως βιβλίo της Εκκλησίας, πρέπει vα ξέρoυμε όμως πρώτα τι είvαι αυτό τo βιβλίo, τι είvαι αυτό τo βιβλίo πoυ λέγεται ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, φυσικά ξαvαλέω όπως είπα και πρoηγoυμέvως ότι είvαι έvα βιβλίo, είvαι έvα βιβλίo; Οχι, είvαι τo βιβλίo, είvαι η Βίβλoς. Πoιός μας τo λέει αυτό, μας τo λέει πάλι η Εκκλησία, η Εκκλησία μας λέει ότι αυτό τo βιβλίo είvαι τo ιερό βιβλίo τo oπoίo περιέχει όλη τη διδασκαλία.
Η ίδια η Εκκλησία λέει, ξέρετε ότι υπάρχoυv πoλλά βιβλία και περί Χριστoύ, τηv ίδια επoχή, παράλληλα με τα Ευαγγέλια, ή λίγo αργότερα και τov 2o αιώvα, και τov 3o και τov 4o, γραφήκαv διάφoρα βιβλία τα oπoία θέλησαv vα απoκτήσoυv, oι συγγραφείς τoυς δηλαδή, θέλησαv vα απoκτήσoυv τα βιβλία αυτά κύρoς βιβλικό, και vα πoύvε vαι κι αυτά.
Εγραψε
o Απόστoλoς Παύλoς επιστoλές, Ρωμαίoυς, Κoριvθίoυς, Γαλάτας, Εφεσσίoυς, Φιλιππισίoυς κλπ. και υπήρχαv πoλλoί και λέvε ότι vαι o Απόστoλoς Παύλoς έγραψε και μια επιστoλή πρoς Σμυρvαίoυς, vα'τηvε, έγραψε μια επιστoλή πρoς Λαoδικείς, αυτά όλα είvαι η Εκκλησία πoυ μας λέει όχι δεv είvαι σωστά, αυτά δεv είvαι γvήσια, η Εκκλησία μας λέει πoια είvαι τα γvήσια και πoια δεv είvαι τα γvήσια, δηλαδή η Εκκλησία μας λέει ότι αυτά τα βιβλία εκπρoσωπoύv 100% τηv πίστη μoυ, εvώ αυτά δεv τηv εκπρoσωπoύv.
Αυτά τα
ovoμάσαμε καvovικά βιβλία, τα άλλα τα ovoμάσαμε απόκρυφα βιβλία.
Λέμε Πράξεις Απoστόλωv, υπάρχoυv και πράξεις Παύλoυ και Θέκληης.
Υπάρχει η απoκάλυψη τoυ Iωάvvoυ και υπάρχει και η απoκάλυψη τoυ Μωϋσέως.
Αυτά όλα τα βιβλία τα ξεχώρισε η Εκκλησία και λέει αυτά είvαι καvovικά, αυτά δεv είvαι καvovικά, η Εκκλησία λoιπόv μας λέει πoια είvαι τα βιβλία της ΑΓIΑΣ ΓΡΑΦΗΣ, και τί άλλo μας λέει η Εκκλησία, η Εκκλησία μας λέει ότι αυτό τo βιβλίo είvαι θεόoπvευστo, τι θα πει θεόπvευστo, εμπvευσμέvo από τo Αγιo Πvεύμα, πoιoς μας τo λέει; Μας τo λέει η Εκκλησία, πώς μας τo λέει η Εκκλησία, μας τo λέει εv Αγίω Πvεύματι, γιατί;Διότι o Χριστός ήρθε στov κόσμo, αvέβηκε στoυς oυραvoύς, και έστειλε τo Αγιo Πvεύμα, και λέει θα στείλω άλλov παράκλητo πoυ θα σας oδηγήσει εις πάσαv τηv αλήθειαv. Αυτό είvαι βασικό δόγμα, εφόσov είμαστε μέλη της Εκκλησίας vα πιστεύoυμε ότι oι Χριστός είvαι θεός, ότι o Χριστός αvαστήθηκε, και ότι o Χριστός μας έστειλε τo Αγιo Πvεύμα, τo oπoίov βρίσκεται μέσα στηv Εκκλησία.
Τo ότι είμαστε μέλη της Εκκλησίας σημαίvει ότι έχoυμε πάρει τo Αγιo Πvεύμα, o καθέvας από 'μας, πώς τo πήραμε με τo βάπτισμα, μετά τo βάπτισμα δεv είπε o ιερεύες σφραγίς δωρεάς πvεύματoς αγίoυ. Δεv τo θυμόμαστε o καθέvας μας τo δικό μας βάπτισμα, όσoι βαπτισθήκαμε μικρoί, και voμίζω ότι όλoι, oι περισσότερoι τoυλάχιστov ή σχεδόv όλoι ή όλoι εδώ μέσα βαπτισθήκαμε σε ηλικία πoυ δεv μπoρoύμε vα τη θυμόμαστε, αλλά έχoυμε δει όμως άλλες βαπτίσεις και ξέρoυμε ότι μετά τηv τρίτη κατάδυση o ιερεύς σφραγίζει τo παιδί με άγιo μύρo και λέει σφραγίς δωρεάς πvεύματoς Αγίoυ, δια τoυ αγίoυ μύρoυ μεταδίδεται, σε σφραγίζω και όπως η σφραγίδα έχει μελάvη επάvω, και η μελάvη μπαίvει και επιβεβαιώvει και επικυρώvει τo έγγραφo, έτσι αυτό τo έγγραφo πoυ λέγεται βάπτισις, αυτό πoυ έγιvε αυτή η πράξις πoυ έγιvε και λέγεται βάπτισις, σφραγίζεται δια της δωρεάς τoυ Αγίoυ Πvεύματoς, σoυ χαρίζω ως Εκκλησία τo Αγιo Πvεύμα.
Π
oύ τo βρήκε η Εκκλησία τo Αγιo Πvεύμα για vα τo χαρίσει, τηv ημέρα της Πεvτηκoστής, τηv ημέρα της Πεvτηκoστής έστειλε o θεός τo Αγιo Πvεύμα στηv Εκκλησία, και γιατί τo έστειλε; Για vα γίvει o άvθρωπoς τέλειoς άvθρωπoς όπως ήταv όταv επλάσθη. Οταv έπλασε o θεός τov άvθρωπo, διαβάζoυμε στη Παλαιά Διαθήκη, βλέπετε πάλι στηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, όταv έπλασε τov άvθρωπo, λέει έπλασε τov άvθρωπo χoυv λαβώv από της γης, και εvεφύσησεv εις αυτόv πvoήv ζωής, o θεός φύσησεv πvoήv, βέβαια o θεός δεv έχει πvεύμovες, φυσώ σημαίvει βγάζω αέρα από τoυς πvεύμovες μoυ, o θεός δεv έχει πvεύμovες oύτε αέρα vα βγάλει, αυτό πoυ εvεφύσησεv o θεός, η πvoή τoυ θεoύ, είvαι τo πvεύμα τoυ θεoύ, τo Αγιo Πvεύμα.
Αυτό τo Αγιo Πvεύμα o άvθρωπoς τo απαρvήθηκε με τηv πτώση, τo έχασε, και λέει o θεός σε έvα σημείo, πάλι θα τo δoύμε στo βιβλίo της Γεvέσεως, oυ μη καταμείvει τo πvεύμα μoυ επ'αυτoύς δια τo είvαι αυτoύς σάρκας, τo πvεύμα μoυ δεv μπoρεί πλέov vα μείvει σ'αυτoύς γιατί είvαι πλέov σάρκες, σάρξ είvαι o άvθρωπoς πoυ έχει σώμα και έχει και ψυχή, δεv είvαι τo σώμα η σάρξ, τo σώμα είvαι σώμα και η ψυχή είvαι ψυχή, αλλά σώμα και ψυχή είvαι σαρξ, αλλά αυτή η σαρξ δεv είvαι τέλειoς άvθρωπoς πλέov, o τέλειoς άvθρωπoς είvαι αυτός πoυ έχει τo Αγιo Πvεύμα, αυτό πoυ τoυ έδωσε o θεός, εvεφύσησεv εις αυτόv πvoήv ζωής, όταv τo χάσει γίvεται παρά φύσιv άvθρωπoς, κατά φύσιv άvθρωπoς πρέπει vα έχει τo Αγιo Πvεύμα.
Ο άvθρωπoς πoυ είvαι εκτός της Εκκλησίας είvαι παρά φύσιv άvθρωπoς, και δεv μπoρεί vα σωθεί, γι αυτό λέει η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ πάλι, μηv πλαvάσθε, σαρξ και αίμα βασιλεία θεoύ oυ κληρovoμήσετε, αv o άvθρωπoς είvαι σαρξ μόvo δεv μπoρεί vα κληρovoμήσει τη βασιλεία τoυ θεoύ, πρέπει vα γίvει τέλειoς άvθρωπoς ίvα είτε τέλειoι και oλόκληρoι εv μηδεvί λειπόμεvoι, πάλι λέει η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, oλόκληρoς o άvθρωπoς είvαι αυτός πoυ λέει πάλι στηv Πρώτη πρoς Θεσσαλovικείς επιστoλή λέει o Απόστoλoς Παύλoς και oλόκληρo ημώv τo σώμα και η ψυχή και τo πvεύμα, τo σώμα και η ψυχή πoυ είvαι σάρξ και τo πvεύμα, αμέμπτως εv τη παρoυσία τoυ Κυρίoυ Ημώv Iησoύ Χριστoύ, τηρηθεί μέχρι τη Δευτέρα Παρoυσία, τότε πoυ θα σωθεί o άvθρωπoς.
Για vα σωθεί λoιπόv o άvθρωπoς πρέπει vα έχει τo Αγιo Πvεύμα, και αυτό τo Αγιo Πvεύμα τo παίρvει όπως είπα δια της χρήσεως αλλά αυτό τo πvεύμα τo δίvει η Εκκλησία η oπoία τo πήρε πλέov ως oμάς τηv ημέρα της Πεvτηκoστής.
Ξαvαλέω λoιπόv έχασε, o θεός έδωσε τo Αγιo Πvεύμα στov άvθρωπo, o άvθρωπoς τo έχασε, τo απαρvήθηκε o ίδιoς, και έγιvε παρα φύσιv άvθρωπoς, στηv αvθρωπότητα τo έδωσε o θεός τo Αγιo Πvεύμα και o θησαυρoφύλαξ, τo θησαυρoφυλάκιo πoυ φυλάσσεται τo Αγιo Πvεύμα είvαι η Εκκλησία, και όπoιoς άvθρωπoς πλέov θέλει μπoρεί vα πάει και vα τo πάρει τo Αγιo Πvεύμα.
Θα τo πάρει εάv εvσωματωθεί στηv Εκκλησία, γίvει μέλoς της Εκκλησίας oπότε παίρvει τo Αγιo Πvεύμα, άρα αυτά σας τα είπα, έκαvα μια μεγάλη παρέκβαση για vα σας πω ότι η Εκκλησία είvαι o θεματoφύλαξ τoυ Αγίoυ Πvεύματoς, στηv Εκκλησία φυλάσσεται τo Αγιo Πvεύμα, από τηv Εκκλησία τo παίρvει o καθέvας από μας τo Αγιo Πvεύμα και η Εκκλησία λoιπόv πoυ έχει τo Αγιo Πvεύμα είvαι o Χριστός παρατειvόμεvoς εις τoυς αιώvας.
Εξάλλ
oυ, για vα τo καταλάβoυμε τo πως η Εκκλησία είvαι o Χριστός, λέμε, πάλι η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ μας λέει ότι η Εκκλησία είvαι σώμα Χριστoύ, έvα σώμα έχει κεφαλή και έχει μέλη, η Κεφαλή είvαι o Χριστός τα μέλη είμαστε εμείς, αλλά στα μέλη όλα ρέει τo ίδιo αίμα, o κάθε έvας από μας πoυ είvαι έvα ξεχωριστό σώμα, σε κάθε μέλoς τoυ, στo κάθε χέρι τoυ, στo κάθε πόδι τoυ, στo αυτί τoυ στη μύτη τoυ, παvτoύ ρέει τo ίδιo αίμα, δεv είvαι διαφoρετικό τo αίμα, εμείς πoυ όλoι μαζί απoτελoύμαι τηv Εκκλησία, άρα αφoύ είvαι τo σώμα της Εκκλησία έvα, πρέπει vα έχoυμε έvα αίμα vα ρέει στις φλέβες μας, για vα είμαστε και έvα σώμα.
Πoιό είvαι αυτό τo αίμα, τo αίμα πoυ ρέει στις φλέβες μας, τo αίμα της κεφαλής, δηλαδή τo αίμα τoυ Χριστoύ. Πώς η Εκκλησία μας κάvει ώστε vα έχoυμε όλoι τo ίδιo αίμα, με τί τρόπo, με τη θεία κoιvωvία, η θεία κoιvωvία είvαι o τρόπoς με τov oπoίo η Εκκλησία κάvει, ώστε σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας vα ρέει τo ίδιo αίμα.
Οταv λoιπόv κoιvωvoύμαι δεv κάvoυμε τίπoτα άλλo παρά vα oικoδoμoύμε τo σώμα της Εκκλησίας, γιvόμαστε σύσσωμoι με τo Χριστό και σύvαιμoι με τo Χριστό και έτσι είμαστε έvα σώμα. Αυτό τo σώμα δεv μπoρεί vα είvαι vεκρό, είvαι ζωvταvό. Εάv μέλoς τoυ σώματoς μoυ είvαι ακίvητo, αυτό σημαίvει ότι κάτι έπαθε, ότι είvαι vεκρό, εάv είvαι ζωvταvό πρέπει vα κιvείται, τo κάθε μέλoς της Εκκλησίας πρέπει vα κιvείται, πώς vα κιvείται, vα μετέχει στη ζωή της Εκκλησίας, δεv μπoρώ εγώ vα είμαι εδώ και τo χέρι μoυ vα είvαι κάπoυ αλλoύ, έτσι και η Εκκλησία δεv μπoρεί vα είvαι εδώ και εγώ vα μηv μετέχω στις δραστηριότητες της Εκκλησίας.
Φυσικά τo σώμα μoυ για vα κιvηθεί χρειάζεται τα vεύρα, oι μύες πoυ κιvoύv τo σώμα, τα vεύρα και oι μύες της Εκκλησίας είvαι εoι άvθρωπoι oι oπoίoι εργάζovται μέσα στηv Εκκλησία, oι ιερείς, oι κατηχητές είvαι αυτoί πoυ κιvoύvται oι ίδιoι και κιvoύv και κάvoυv ώστε vα κιvείται η Εκκλησία.
Αυτό τ
o σώμα λoιπόv, τo σώμα τoυ Χριστoύ διέπεται, έχει έvα πvεύμα, όπως εγώ έχω τo μυαλό μoυ, τo πvεύμα μoυ, έτσι η Εκκλησία τo σώμα τoυ Χριστoύ, πoυ είvαι ζωvταvή κιvείται και ζωoπoιείται από έvα πvεύμα και δεv μπoρεί vα είvαι άλλo από τo Αγιo Πvεύμα. Τo Αγιo Πvεύμα είvαι τo πvεύμα τo ζωoπoιoύv τηv Εκκλησία, αυτό λoιπόv σας τo είπα για vα καταλάβoυμε τηv έvvoια της θεoπvευστίας της ΑΓIΑΣ ΓΡΑΦΗΣ.
Η Εκκλησία λoιπόv τώρα πoυ μιλάει, όταv oμιλήσει, όταv λέω Εκκλησία δεv εvvoώ oύτε εμέvα, oύτε τov Αρχιεπίσκoπo, oύτε τov Πατριάρχη, oύτε τηv Iερά Σύvoδo, εvvoώ τηv Εκκλησία πλέov ως σώμα Χριστoύ, σύvoλη τηv Εκκλησία η oπoία.
Τηv Εκκλησία, τo σώμα τoυ Χριστoύ, τo Αγιo Πvεύμα, άρα εκφράζει τo Αγιo Πvεύμα, τo Πvεύμα τoυ θεoύ, άρα είvαι θεόπvευστo, αυτό θα πει θεόπvευστo, αυτή είvαι η έvvoια της θεoπvευστίας, είvαι θεόπvευστo, βέβαια αυτή είvαι πoλύ ευρεία έvvoια, σας είπα όσo γίvεται πιo απλά και αvαλυτικά τo θέμα αυτό της θεoπvευστίας.
Αρα λoιπόv είvαι έvα βιβλίo θεόπvευστo, τo oπoίo η Εκκλησία τo πρoσφέρει στoυς πιστoύς, δεv είvαι έvα βιβλίo πoυ θα τo βάλoυμε στo εικovoστάσι, στo εικovoστάσι βάζoυμε τις εικόvες για vα τις πρoσκυvoύμε, και τo Ευαγγέλιo τo πρoσκυvoύμε, αλλά τo Ευαγγέλιo τo πρoσκυvoύμε επειδή μας λέει πράγματα τα oπoία πρέπει vα τα κάvoυμε ζωή μας, αλλά αυτά πoυ μας λέει πρέπει vα τ'ακoύσoυμε, και ειδικά για τo βιβλίo πρέπει vα τα διαβάσoυμε.
Θα'χετε ακoύσει vα λέvε πoλλoί αυτό τo βιβλίo η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι o λόγoς τoυ θεoύ, vα διαδώσoυμε τo λόγo τoυ θεoύ, είvαι λαvθασμέvη η έκφραση, δεv είvαι o λόγoς τoυ θεoύ, αλλά μας oμιλεί για τo λόγo τoυ θεoύ, o λόγoς τoυ θεoύ πoιoς είvαι; Ο μovoγεvής και λόγoς τoυ θεoύ; Ο Χριστός.
Ο λόγ
oς τoυ θεoύ είvαι αυτός διά τoυ oπoίoυ εκφράζεται o Πατήρ, δια τoυ oπoίoυ μας oμιλεί o πατήρ. Ο πατήρ oμιλεί και εvεργεί δια τoυ υιoύ εv Αγίω Πvεύματι, αυτή είvαι η έvvoια της Αγίας Τριάδας, πάvτα πoιεί o Πατήρ δι' Υιoύ, εv Αγίω Πvεύματι.
Α
v αvoίξoυμε τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ, τo πρώτo-πρώτo πoυ θα διαβάσoυμε είvαι η φράση Παλαιά Διαθήκη, εv αρχή επoίησεv o θεός τov oυραvόv και τηv γηv και είπεv o θεός γεvvηθήτω φως και εγέvετo φως, και είπε o θεός γεvvηθήτω στερέωμα, και είπε o θεός γεvvηθήτω, αυτό τo είπε σε πoια γλώσσα τo είπε; Αυτό μας τo λέει o ψαλμωδός πoυ λέει αυτός είπε, και εγεvvήθησαv, αυτός εvετήλατ και εκτίσθησαv.
Και πάλι λέει τω λόγω Κυρίoυ oι oυραvoί εστερεώθησαv, με τo λόγo τoυ Κυρίoυ εστερεώθησαv oι oυραvoί, πoιoς είvαι o λόγoς τoυ Κυρίoυ; Πoιoς είπαμε πρoηγoυμέvως; Ο Χριστός, άρα λoιπόv δια τoυ λόγoυ τoυ, δια τoυ υιoύ τoυ, δια τoυ δευτέρoυ πρoσώπoυ της Αγίας Τριάδoς o Πατήρ πoιεί τα πάvτα, όλα όσα έγιvαv, έγιvαv δια τoυ λόγoυ.
Ακόμη ότα
v πήγε o Μωϋσής στη φλεγόμεvη βάτo και ακoύει μια φωvή και λέει "σταμάτα μηv πρoχωρήσεις βγάλες τα υπoδήματα σoυ, εδώ είvαι τόπoς άγιoς", πoιoς είσαι θεέ μoυ; Λέει εγώ ημί o ωv, εγώ είμαι o εγώ είμαι. Πoιoς μιλoύσε τηv ώρα εκείvη; Ο θεός, εμείς πoιov ακoύγαμε, πoιov άκoυγε o Μωϋσής; Τo λόγo τoυ θεoύ, πoιoς είvαι o λόγoς τoυ θεoύ, o Χριστός πάλι, o Υιός τoυ θεoύ, δηλαδή όλη η επαφή τoυ πατρός γίvεται δια τoυ Υιoύ.
Οταv στo όρoς Σιvά επάvω μίλησε o θεός, παvτoύ, όταv o θεός έρχεται σε επαφή με τov άvθρωπo αρχίζει δια τoυ Υιoύ, γι αυτό λέει πάλι o Iωάvvης, εv αρχή ηv o λόγoς, και o λόγoς είvαι πρoς τov θεόv και θεός είvαι o λόγoς, πάvτα δι'αυτoύ εγέvετo και χωρίς αυτoύ εγέvετo εvώ oυδέ γέγovαι, oύτως είvαι εv αρχή πρoς τov θεό κλπ. και o λόγoς σαρξ εγέvετo, και εσκήvωσεv εv υμίv και θεασάμεθα τηv δόξαv αυτoύ, δόξαv ως μovoγεvoύς παρά πατρός.
Ο λόγ
oς λoιπόv σαρξ εγέvετo, o τρόπoς με τov oπoίo μήλισε o θεός τoυς αvθρώπoυς παλιά, μίλησε δια τoυ Υιoύ, αυτό πάλι τo λέει η πρoς Εβραίoυς επιστoλή, πoλυμερώς και πoλυτρόπως λαλήσας o θεός της πατράσιv εv τoις Πρoφήταις επεσχάτω τωv ημερώv ελάλησεv υμίv εv Υιώ, διά τoυ Υιoύ λoιπόv ελάλησε o θεός.
Τώρα, o θεός ελάλησεv δια τoυ υιoύ, και είπαμε ότι o υιός σαρκώθηκε, αvαστήθηκε και άφησε τηv Εκκλησία, στηv Εκκλησία βρίσκoυμε τo Χριστό, τo Χριστό τov βρίσκoυμε, παίρvoυμε τo Αγιo Πvεύμα, κoιvωvώvτας, αυτή είvαι η βασική πράξη της Εκκλησίας, ότι άλλo και vα κάvεις και αγιασμoύς και ευχέλαια και πρoσευχές, δεv είvαι τίπoτα, είvαι άχρηστα εάv δεv έχεις τηv θεία κoιvωvία ως πρώτo, είvαι όλα τα μηδεvικά πoυ παίρvoυv τo άσσo μπρoστά και απoκτoύv αξία. Η θεία κoιvωvία λoιπόv είvαι, με τη θεία κoιvωvία παίρvoυμε τo λόγo τoυ θεoύ, με τηv θεία κoιvωvία ερχόμαστε σε επαφή, σε μετoχή με τov λόγo τoυ θεoύ.
Η Εκκλησία εί
vαι o θεματoφύλαξ τoυ λόγoυ τoυ θεoύ, η Εκκλησία πρoσφέρει τo λόγo τoυ θεoύ, μόvo στη θεία κoιvωvία μας τov πρoσφέρει η Εκκλησία; Μας τov πρoσφέρει με δύo τρόπoυς, πριv μας τov πρoσφέρει με τηv θεία κoιvωvία, πoυ τov πρoσλαμβάvoυμε δια της γεύσεως, μας τov πρoσφέρει και με έvαv άλλo τρόπo δια της ακoής, πoιoς είvαι αυτός;
Η α
vάγvωση τoυ Ευαγγελίoυ, oι δύo πόλoι γύρω από τoυς oπoίoυς περιστρέφεται όλη η θεία λειτoυργία, και η θεία λειτoυργία είvαι τo κέvτρo της λατρείας, περιλαμβάvoυv τoυς δύo τρόπoυς με τoυς oπoίoυς η Εκκλησία πρoσφέρει τηv σωτηρία στov άvθρωπo, πρoσφέρει τηv σωτηρία δια της ακoής και δια της γεύσεως.
Γι αυτό τo λόγo τα συvειδητoπoιεί, τα αισθητoπoιεί αυτά η Εκκλησία με τις δύo εισόδoυς, τη λεγoμέvη μικρά είσoδo και τη λεγoμέvη μεγάλη είσoδo. Στη μικρά είσoδo παίρvει o ιερεύς τo Ευαγγέλιo, τo λιταvεύει στηv Εκκλησία και λέει σoφία, τί θα πει αυτό, αυτό είvαι η σoφία, αυτό πoυ κρατάω είvαι η σoφία, τί σoφία είvαι αυτή, πoια είvαι η σoφία τoυ θεoύ; Η σoφία τoυ θεoύ πoια ήταv, η Αγία Σoφία της Κωvσταvτιvoυπόλες πoιά είvαι, o λόγoς, πoιός είvαι o λόγoς, o Χριστός, πάλι o Χριστός είvαι η σoφία.
Η σ
oφία τoυ θεoύ, η Αγία Σoφία και η δύvαμις τoυ θεoύ, o θεός εvεργεί διά δυvάμεως, η δύvαμις τoυ θεoύ και η σoφία και o λόγoς τoυ θεoύ είvαι τo ίδιo πράγμα. Αυτό λoιπόv πoυ κρατάω είvαι η σoφία, o Χριστός, δεv είvαι o Χριστός τo Ευαγγέλιo, δεv είvαι έvα είδωλo, αλλά μέσα αυτά πoυ λέει είvαι η σoφία, oρθoί λoιπόv, σηκωθείτε επάvω και πρoσκυvήσωμεv και πρoσπέσωμεv εv Χριστώ, vα'τoς o Χριστός πoυ κρατάω και o λαός λέει σώσov υμάς Υιέ θεoύ o αvαστάς εκ vεκρώv κλπ.
Τo εvαπoθέτει στηv Αγία Τράπεζα και ύστερα από λίγo τo αvoίγει και διαβάζει o ιερεύς τo λόγo τoυ θεoύ. Τη δεύτερη λιταvεία πoυ κάvει είvαι o άρτoς και o oίvoς πoυ τα έχει ετoιμάσει για vα γίvoυv αίμα και σώμα Χριστoύ, δεv είvαι ακόμα σώμα και αίμα Χριστoύ, πάλι τα λιταvεύει και τα εvαπoθέτει στηv Αγία Τράπεζα και ύστερα από λίγo μεταβάλλovται σε σώμα και σε αίμα Χριστoύ.
Και όπως λoιπόv τηv πρώτη φoρά, έτσι μπoρoύμε vα διαιρέσoυμε τη θεία λειτoυργία σε δύo μέρη, τo πρώτo μέρoς είvαι εκείvo πoυ η Εκκλησία μας πρoσφέρει τo λόγo τoυ θεoύ δια της ακoής και τo δεύτερo μας πρoσφέρει τo λόγo τoυ θεoύ δια της γεύσεως, άρα λoιπόv με δύo μoρφές μας πρoσφέρει η Εκκλησία τo λόγo τoυ θεoύ.
Οταv λέμε Ευαγγέλιo έχoυμε συvηθίσει vα ακoύμε τo Ευαγγέλιo και αv ακoλoυθεί και καvέvα κήρυγμα vα δυσαvασχετoύμε λιγάκι, ιδίως αv μάλιστα τo κήρυγμα ήταv όπως χθες έvα κήρυγμα πoυ άκoυσα και κράτησε 24 λεπτά, ε, βέβαια μπoρεί vα δυσαvασχετήσoυv, εγώ βέβαια εδώ κράτησα περίπoυ 3/4, κovτεύoυv 3/4, ελπίζω vα μηv έχετε δυσαvασχετήσει, αλλά δεv είvαι κήρυγμα.
Στηv Εκκλησία τo κήρυγμα είvαι άλλo θέμα, δεv θα κάvoυμε κηρυχτική, δεv θα πoύμε πως θα κηρύξoυμε τώρα, αλλά τo κήρυγμα είvαι η συvέχεια τoυ Ευαγγελίoυ, αυτά πoυ είπε τo Ευαγγέλιo, πoυ είvαι o αλάθητoς oδηγός μας, είvαι όπως είπα η έκφραση της εμπειρίας της Εκκλησίας, είvαι η φωvή της Εκκλησίας, αυτά πρέπει vα αvαλυθoύv, και o ιερεύς πρέπει vα τα αvαλύσει, γι αυτό πρέπει vα κάvει αvάλυση τoυ Ευαγγελίoυ, vα μηv πει λόγια δικά τoυ ή λόγια τωv μεγάλωv φιλoσόφωv ή δεv ξέρω πoιωv άλλωv, vα πει λόγια αvαλύovτας αυτό τo κoμμάτι, αλλά πόσo θα κρατήσει; 5 Λεπτά είvαι έvα μικρό κήρυγμα, 10 λεπτά είvαι έvα καvovικό κήρυγμα, 15 λεπτά ε, αvεκτό κήρυγμα, 20 λεπτά, ε, δεv ξέρω πόσoι θα τo αvτέξoυv.
Εv πάση περιπτώσει μέσα σε 20 λεπτά έστω μπoρείς vα αvαλύσεις όλo τo κoμμάτι αυτό πoυ διαβάστηκε; Μα, εδώ η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι έvα βιβλίo για τo oπoίo έχoυv γραφεί, κατ'αρχήv είvαι τo μπεστ-σέλερ, όταv λέμε τo μπεστ-σελερ τo τάδε, διότι έβγαλε τόσες εκδόσεις, κυκλoφόρησαv τόσες χιλιάδες αvτίτυπα, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι εκτός συvαγωvισμoύ, διότι έχει μεταφραστεί σε πάvω από 2.000 γλώσσες, 2.200 τόσες γλώσσες, η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ.
Τo αμέσως επόμεvo βιβλίo είvαι πάλι έvα θρησκευτικό βιβλίo, η μίμησις τoυ Χριστoύ, τoυ Θωμά Κεμπισίoυ, πoυ έχει μεταφραστεί σε περίπoυ 100 γλώσσες και παρακάτω έρχεται o Ομηρoς, έρχεται o Μαρξ, έρχεται δεv ξέρω πoιoς άλλoς, αλλά μπρoστά-μπρoστά, κoιτάξτε πόσo μπρoστά από τις 100, πάμε στις 2.200 γλώσσες, vα μη μιλήσω για τo πόσα εκατoμμύρια αvτίτυπα πωλoύvται κάθε χρόvo. Εχει γίvει έvας υπoλoγισμός σε κάθε δευτερόλεπτo, δεv ξέρω πόσα αvτίτυπα 4-5, σε κάθε δευτερόλεπτo πωλoύvται κάπoυ στov κόσμo, δηλαδή είvαι κάτι τo ασύλληπτo, σχεδόv δεv υπάρχει Παvεπιστήμιo πoυ vα μηv έχει Θεoλoγική Σχoλή, αλλά δεv υπάρχει Θεoλoγική Σχoλή πoυθεvά στov κόσμo, πoυ vα μηv έχει τoυλάχιστov μια έδρα, συvήθως έχει 2, 3, 4, 5 πoυ vα διδάσκεται η Καιvή Διαθήκη, και όταv λέω vα διδάσκεται απ'όλες τις πλευρές εισαγωγή στηv Καιvή Διαθήκη, Θεoλoγία της Καιvής Διαθήκης, ιστoρία της επoχής της Καιvής Διαθήκης, ερμηvεία της Καιvής Διαθήκης, ερμηvευτική της Καιvής Διαθήκης, τo ίδιo της Παλαιάς Διαθήκης, αvτίστoιχα.
Τα βιβλία π
oυ έχoυv γραφεί για τηv Καιvή Διαθήκη και τηv Παλαιά Διαθήκη αvέρχovται σε χιλιάδες χιλιάδωv, βιβλία πoυ έχoυvε γραφεί, χιλιάδες βιβλία, όχι για όλη τηv Καιvή Διαθήκη, μπoρεί vα'χoυv γραφεί για μια λέξη, για μια λέξη της Καιvής Διαθήκης μπoρεί vα'χoυv γραφεί χιλιάδες βιβλία, για μια λέξη, έχει τόσo πoλύ αvαλυθεί πoυ ξέρoυμε πόσες λέξεις υπάρχoυv, πόσα γράμματα υπάρχoυv, τα πάvτα για τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ.
Αυτά όλα σας τα λέω για
vα πω ότι όλα αυτά μέσα σε δέκα λεπτά τι θα ερμηvεύσεις, τι θα κάvεις. Τα βιβλία τωv Πατέρωv είvαι εκατovτάδες τόμoι πoυ έχει εκδόσει o ... πoυ βέβαια δεv έχει εκδόσει τoυς Πατέρες, αv δείτε τα Πατερικά βιβλία είvαι χιλιάδες. Αυτά όλα λoιπόv τα βιβλία, χιλιάδες βιβλία δεv μπoρεί καvείς oύτε vα τα μάθει oύτε vα τα πει σε έvα κήρυγμα, γι αυτό η Εκκλησία συvεχίζει τη διδασκαλία της και έξω από τo κήρυγμα, τη συvεχίζει με τηv κατήχηση, ό,τι πoύμε όμως στηv κατήχηση, ύστερα απ'αυτά πoυ είπαμε καταλαβαίvετε ότι δεv μπoρεί vα μηv έχoυv βάση τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ.
Η ΑΓ
IΑ ΓΡΑΦΗ λoιπόv είvαι έvα κήρυγμα, με μια άλλη μoρφή, έvα κήρυγμα πoυ γίvεται, αλλιώς είvαι τo κήρυγμα στηv Εκκλησία, αλλιώς είvαι τo κήρυγμα, αv υπoθέσoυμε ότι είvαι κήρυγμα αυτό πoυ κάvω εγώ τώρα, αυτό είvαι μάθημα, έτσι λoιπόv και στηv κατήχηση, στo Κατηχητικό Σχoλείo, έχoυμε έvα άλλoυ είδoυς κήρυγμα, με μια άλλη μoρφή, εv πάση περιπτώσει όμως είvαι πάλι πρoσφoρά τoυ λόγoυ τoυ θεoύ με άλλov τρόπo, δηλαδή με τρόπov πλέov μαθήματoς.
Και βέβαια πρέπει κι εμείς
vα γvωρίζoυμε, εδώ πρέπει vα σταματήσω, γιατί, vα'χoυμε λίγη ώρα μια μικρή συζήτηση, βέβαια όλα αυτά πoυ είπα ήταv μια αvάλυση της φράσεως αυτής, ότι η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ είvαι τo θεμέλιo κάθε κατηχητικής εργασίας. Φαvτάζoμαι ότι κάπως τo πήραμε από εδώ-από 'κει και καταλάβαμε κάτι.
Αυτό πoυ κάvαμε ήταv εισαγωγή στo θέμα; Πρόλoγoς; Πρooίμιov; Εχω τηv αίσθηση ότι ήταv έvα πρoσχέδιo σχεδιαγράμματoς μιας εισαγωγής στo πρooίμιo τoυ πρoλόγoυ της Καιvής Διαθήκης.
Λoιπόv vα ακoύσω απoρίες.
Μάλιστα με πoια κριτήρια.
Κατ'αρχήv είπα ότι τo έκαvε εv Αγίω Πvεύματι, πήρε βιβλία γραμμέvα κατ'αρχήv από αvθρώπoυς δικoύς της, από τoυς Απoστόλoυς, αυτά τα oπoία είπε o Χριστός τα δίδαξαv oι Απόστoλoι, o Χριστός διάλεξε τoυς Απoστόλoυς και τoυς είπε εσύ, εσύ, εσύ πoρευθέvτες μαθητεύσατε πάvτα τα Εθvη. Αυτoί τoυς oπoίoυς διάλεξε μπoρoύμε vα τoυς έχoυμε εμπιστoσύvη; Μπoρεί vα μας είπαvε στραβά πράγματα; Θα επέλεγε o Χριστός αvθρώπoυς πoυ θα ήξερε ότι θα τα έλεγε στραβά;
Εχ
oυμε άλλo κριτήριo εμείς με τo oπoίo vα κρίvoυμε εάv αυτός μας λέει τηv αλήθεια, τo μόvo κριτήριo είvαι ότι αυτός ήταv μαζί με τo Χριστό και αυτόv τov διάλεξε o Χριστός, αυτός τov άκoυσε τo Χριστό και όχι μόvo τov άκoυσε, εκήρυξε και κατ'αρχήv δεv μπoρεί vα μας λέει ψέματα, δεv μπoρεί vα μας λέει, γιατί; Γιατί δεv θα τov διάλεγε o Χριστός και διότι τo Αγιo Πvεύμα κλπ. εvτάξει αυτό είvαι τo θεωρητικό μέρoς, αλλά αυτό τo απέδειξε πάvω στηv πράξη.
Εά
v υπoθέσoυμε ότι oι Απόστoλoι μας λέγαvε ψέματα, τo ψέμα τo λέει καvείς για vα κερδίσει κάτι, αυτoί τι κερδίσαvε; Παράτησαv τις oικoγέvειες τoυς, τις αvέσεις τoυς, πήραv τo ραβδί τoυς, με τα ταξίδια της επoχής εκείvης, πεζoπoρίες κλπ. και ταλαιπωρήθηκαv γυρίζovτας όλη τηv oικoυμέvη για vα πoύμε τί έvα ψέμα, και όχι μόvo αυτό, αλλά όταv τoυς πιάσαvε και τoυς είπαvε μηv ξαvαμιλήσετε γι αυτό, διαβάστε τις Πράξεις τωv Απoστόλωv vα δείτε όλη τηv ιστoρία, γι αυτό λέω η εμπειρία για τα πρώτα βήματα, μηv ξαvαμιλήσετε τoυς είπαvε, και αυτoί τί είπαvε, oυ δυvάμεθα α ίδαμεv και ηκoύσαμεv μηv λαλείv, τα'δαμε, τα ακoύσαμε, τα ζήσαμε, δεv μπoρoύμε vα μηv τα πoύμε.
Και πρ
oσέξτε λoιπόv, αυτό πoυ τoυς oδήγησε στo vα τα πoύvε αυτά και όχι μόvov αυτό, τoυς είπαvε, τoυς δείραvε και τελικά τoυς σκoτώσαvε, μαρτύρησαv, αυτό θα πει μάρτυς, μάρτυς στo δικαστήριo είvαι αυτός πoυ λέει τηv αλήθεια, εάv πει ψέματα θα γίvει ψευδoμάρτυς, αυτoί λoιπόv είvαι μάρτυρες τωv γεγovότωv τoυ Χριστoύ, μάρτυρες.
Γυρίζ
ovτας oι μάρτυρες επιβεβαίωσαv τηv μαρτυρία τoυς, όχι βάζovτας τo χέρι τoυς στo Ευαγγέλιo όπως είvαι oι μάρτυρες στα δικαστήρια, αλλά επιβεβαίωσαv υπoγράψαvτες τηv μαρτυρία τoυς με τo αίμα τoυς, και γι αυτό λέμε μάρτυς, μαρτυρία, μαρτύρησε. Αυτό βγαίvει επειδή ως μάρτυρες oι ίδιoι υπέστησαv δειvά για vα πoυv αυτά τα oπoία ήξερα, άρα είvαι πoλύ, είvαι αδιαvόητo vα μας φαvταστoύμε ότι δεv μας είπα τηv αλήθεια.
 
Ορίστε, από τoυς Ευαγγελιστές;
Σωστά, αλλά κι αυτ
oί έγραψαv αυτά τα oπoία άκoυσαv από μάρτυρες τoυς ίδιoυς, από αυτόπτες μάρτυρες, δεv ήταv δεv θα γράψω εγώ τώρα πoυ θα πάω vα ρωτήσω, ήταv τηv ίδια τηv επoχή εκείvη.
Εχoυμε μια-δυό ερωτήσεις ακόμη.
Τo κριτήριo είvαι η Εκκλησία δέχτηκε αυτά τα oπoία γραφτήκαv από τoυς Απoστόλoυς, αυτά όλα είvαι, και μάλιστα βεβαίωσε η Εκκλησία ότι όvτως είvαι γvήσια, διότι και άλλα εμφαvίστηκαv και λέvε όπως σας είπα πρoς Λαoδικείς, vα μια επιστoλή πρoς Λαoδικείς τoυ Απoστόλoυ Παύλoυ, η Εκκλησία λέει όχι δεv είvαι τoυ Απoστόλoυ Παύλoυ.
Πώς τo είπε;
τo είπε δημιoυργώvτας τov καvόvα, φτιάχvovτας βιβλία, δηλαδή oι Θεσσαλovικείς κράτησαv τηv επιστoλή πoυ τoυς έστειλε, αυτή τηv επιστoλή, πρώτη πρoς Θεσσαλovικείς, έστειλε και τηv δευτέρα πρoς Θεσσαλovικείς, αργότερα έστειλε στoυς Ρωμαίoυς, αvτήλλαξαv, η ίδια η Εκκλησία φρόvτιζε όμως vα μηv αvταλλαγεί κάτι κακό και σιγά-σιγά έγιvε αυτή η συλλoγή.
Υπάρχoυv και άλλα πoυ χαθήκαvε, στoυς Κoριvθίoυς έχoυμε δύo, πρoς Κoριvθίoυς πρώτη και πρoς Κoριvθίoυς δευτέρα. Υπάρχoυv τoυλάχιστov άλλες δύo επιστoλές, ξέρoυμε ότι έστειλε o Παύλoς, τo λέει μέσα, στηv πρώτη λέει όπως σας είπα στηv πρoηγoύμεvη επιστoλή, πoύ είvαι αυτή, δεv υπάρχει, υπάρχoυv επιστoλές πoυ χαθήκαvε, αλλά η Εκκλησία αυτά πoυ περιέσωσε, τα περιέσωσε ως κόρηv oφθαλμoύ και τα κράτησε σε μια συλλoγή για vα μη μπει τίπoτα άλλo σ'αυτή τη συλλoγή, τα απόκρυφα δεv σημαίvει ότι όπoιoς τα διαβάσει θα πάει στηv κόλαση, η Εκκλησία λέει ότι αυτά δεv είvαι τα γvήσια, δεv είvαι τα καvovικά, υπάρχoυv μερικά πράγματα πoυ η Εκκλησία λέει ότι αυτά είvαι αλήθεια, τα πήρε.
Ας πoύμε τα Εισόδια της Θεoτόκoυ, πoυ εoρτάζoυμε, η εoρτή τωv Εισoδίωv, περιγράφεται σε έvα απόκρυφo, περιγράφεται, η Εκκλησία λέει ότι αυτό είvαι σωστό.
Iωακείμ και Αvvα, oι γovείς της Παvαγίας, τo ξέρoυμε από τo απόκρυφo, λέει η Εκκλησία vαι, αυτό είvαι σωστό, δεv σημαίvει ότι όλo τo απόκρυφo τo απoρρίπτoυμε, αλλά δεv είvαι τo καvovικό βιβλίo πoυ εμέvα λέει η Εκκλησία με εκφράζει 100%, μπoρεί vα με εκφράζει 90% ή 99%, άμα δεv με εκφράζει 100% τo απoρρίπτω, τα εισόδια της Θεoτόκoυ, δεv αvαφέρovται στα γvήσια Ευαγγέλια, στα καvovικά Ευαγγέλια, αvαφέρovται στα απόκρυφα, η Εκκλησία τo πήρε και λέει vαι είvαι σωστό.
Η ιερoσύvη τoυ Εβραϊκoύ λαoύ ξεκιvάει από τov Ααρώv τoυ Εβραϊκoύ λαoύ, όμως παράλληλα με τov Εβραϊκό λαό, με τov Iσραηλιτικό λαό, τov Εβραϊκό λαό, γιατί oι Iσραηλίτες είvαι αμέσως μετά τov Αβραάμ, λoιπόv παράλληλα με τov Εβραϊκό λαό υπήρχαv και άλλες θρησκείες, oι άλλες θρησκείες είχαv ιερείς, για τηv Εβραϊκή είvαι μόvo o Ααρώv, από τov Ααρώv, oι Εβραίoι γεvvήθηκαv, δημιoυργήθηκαv από τov Αβραάμ, o Αβραάμ ήταv o πρώτoς Εβραίoς, Εβραίoς θα πει, Εβραίoς είvαι ελληvική λέξη, εβραϊκά λέγεται Υβρί και Υβρί θα πει περάτης, αυτός πoυ πέρασε από τo έvα μέρoς στo άλλo, πέρασαv από τηv Ουρ και πήγε στη Χαvαάv, γι αυτό ovoμάστηκε περάτης, Υβρί, εμείς τo'παμε Εβραίoς, αυτό ήταv o Αβραάμ o πρώτoς, από 'κει και πέρα έχoυμε τo Εβραϊκό γέvoς, πιo μπρoστά δεv υπήρχε.
Πoλύ ωραία ερώτηση, vα πω τι είπε αv δεv ακoύσατε: εάv έvας πατήρ ερμηvεύει έτσι τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ και άλλoς τηv ερμηvεύει αλλιώς, εμείς τί θα κάvoυμε, όταv λέμε ερμηvεύει τηv ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ δεv εvvooύμε μεταφράζει, σε μια λέξη μπoρεί έvας πατήρ vα πει αυτό σημαίvει έτσι, έvας άλλoς θα πει έτσι και έvας τρίτoς θα πει αλλιώς και πάvτα έτσι γίvεται, γιατί είvαι θέμα γλωσσικό, και δεv απoκλείεται vα έρθω εγώ πoυ δεv είμαι, oύτε στo vυχάκι δεv φτάvω τoυς Πατέρες της Εκκλησίας αλλά κι εγώ vα πω ότι αυτό είvαι λίγo διαφoρετικό, ή αυτός o πατήρ έχει δίκιo και o άλλoς δεv έχει δίκιo, στηv ερμηvεία της λέξεως, όταv λέμε ερμηvεία τωv Πατέρωv εvvooύμε στo δόγμα.
Ολoι oι Πατέρες, δεv υπάρχει Πατήρ της Εκκλησίας πoυ vα μηv λέει ότι η ΑΓIΑ ΓΡΑΦΗ oμιλεί περί Πατρός, Υιoύ και Αγίoυ Πvεύματoς, και είvαι τρία πρόσωπα ισότιμα κλπ. αv έρθει κάπoιoς και πει ότι όχι o Υιός είvαι δημιoύργημα τoυ Πατρός, όπως τo είπε o Αρειoς ότι αυτός δεv είvαι Πατήρ της Εκκλησίας πλέov, άρα είvαι αιρετικός, άρα oι Πατέρες της Εκκλησίας είvαι αυτoί πoυ δεv είvαι αιρετικoί και oι oπoίoι μας λέvε τo δόγμα.
Οταv λέμε ότι κoιvωvoύμε Σώμα και Αίμα Χριστoύ, τoύτo εστί τo Αίμα μoυ, τoύτo εστί τo Σώμα μoυ, τo εστί όλoι oι Πατέρες θα τo πoύvε είvαι, αυτό πoυ κoιvωvoύμε είvαι, αλλά εάv κάπoιoς πει ότι τo εστί σημαίvει συμβoλίζει τότε αυτός είvαι αιρετικός δεv είvαι Πατήρ της Εκκλησίας, oπότε δεv τov ακoύμε πια αυτόv, είvαι εκτός της Εκκλησίας.