Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Αναρτήθηκε: 02/10/2013

batosΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 
Εἰρήνης Ἀρτέμη, Θεολόγου-Φιλολόγου
MA Θεολογίας, Phd θεολογίας
 
Κατά τή διδασκαλία τοῦ Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτη καί τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας
Ο Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης δέν κάνει ἰδιαίτερη μνεία γιά τό ἀποκαλυπτικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν ΠΔ Ἀντίθετα ὁ Κύριλλος ἀναφέρεται ἐκτενῶς στό θέμα αὐτό. Γιά τό λόγο αὐτό στό κεφάλαιο αὐτό κύρια πηγή μας θά ἀποτελέσει τό ἔργο τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας. Ἐξάλλου γιά ἄλλη μία φορά θά πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι δέν ἀσχολήθηκαν καί οἱ δύο Πατέρες ἐξίσου ἐκτενῶς μέ δογματικά θέματα. Ὁ Ἰσίδωρος συνέγραψε τίς ἐπιστολές του μέ σκοπό κυρίως ἠθικοπαιδαγωγικό, γιά νά βοηθήσει τούς παραλῆπτες του νά ζήσουν ἐν νουθεσίᾳ Κυρίου. Ἀντίθετα ὁ Κύριλλος ἀσχολεῖται διεξοδικά μέ τίς δογματικές ἀλήθειες καί τήν καταπολέμηση τῶν διαφόρων αἱρετικῶν διδασκαλιῶν.
Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας θεωρεῖ ὅτι στό βιβλίο τῆς Γενέσεως ὁ Μωυσῆς διακήρυξε ὅτι ὁ Θεός βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε δημιούργημα, ἀφοῦ Αὐτός οἰκοδόμησε τό σύμπαν «δι᾽ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι»[1]. Ὅταν ἡ γῆ ἦταν ἀόρατη καὶ ἀκατασκεύαστη καὶ πάνω στὴν ἄβυσσο ὑπῆρχε σκότος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα αἰωροῦνταν πάνω ἀπὸ τὰ ὕδατα καὶ ἔπνεε πνοή ζωῆς στὴν ἄβυσσο[2]. Τό Πνεῦμα, κατά συνέπεια, καθιστᾶ αἰσθητή τήν παρουσία Του ἐπάνω ἀπό τήν ἀρχική κατάσταση τῆς δημιουργίας ὡς δυναμική δημιουργική ἀρχή. Ὁλόκληρη ἡ διαδικασία τῆς δημιουργίας συντελεῖται ὄχι μόνο μέ τή σύμπραξη τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ ἀλλά καί τοῦ Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό τίθεται σέ ἐφαρμογή τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ νά ὁδηγήσει τά δημιουργήματα ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Ἔτσι ὁ Θεός θραύει τή σιωπή τῆς αἰωνιότητας καί ἡ Σοφία Του ἀποκαλύπτεται[3]. Γίνεται ἀντιληπτό, ἑπομένως, ὅτι ἡ ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἰδιαίτερα σημαντική στήν οἰκοδομή τῆς ὁρατῆς δημιουργίας ὡς δυναμική καί δημιουργική ἀρχή. Ἡ συμμετοχή του στή δημιουργία τοῦ σύμπαντος ἐγγυᾶται τήν τελειότητα τῶν κτισμάτων, κατά τόν ἱερό Πατέρα τῆς Ἀλεξανδρείας: «πᾶσα γὰρ ἡ τελειότης τοῖς πεποιημένοις διὰ τοῦ πνεύματος»[4]. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρει: «στερεοῖ τὸ πνεῦμα τοὺς οὐρανοὺς καὶ δυναμοῖ τὴν κτίσιν»[5].
Ἔμμεσα τό Πνεῦμα ἀποκαλύπτεται στό Μωυσῆ. Μέ τή βοήθεια τοῦ Πνεύματος αὐτός θά μιλήσει, χρησιμοποιώντας ἀνθρωπομορφικές ἐκφράσεις[6], γιά τή δημιουργία τοῦ κόσμου, θά ἄρει τό κάλυμμα τῆς ἄγνοιας πού σκεπάζει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπινων ὄντων καί θά τούς χαράξει τούς νόμους τούς θείους, ἐνῶ ταυτόχρονα θά τούς παιδαγωγήσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι: «περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα. Ὁ δὲ Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστιν: «οὗ δὲ πνεῦμα Κυρίου, ἐλευθερία». Πρότερον τοίνυν εἰς τὴν καρδίαν αὐτῆς λαλήσειν ἐπαγγέλλεται, τοὺς θείους αὐτοῖς ἐγχαράττοντος νόμους καὶ παιδαγωγίαν τὴν ἄνωθεν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[7]. Στή συνέχεια ὁ ἱερὸς Πατὴρ τῆς Ἀλεξάνδρειας σημειώνει ὅτι τύπος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελοῦσε στὴν ΠΔ τὸ ἔλαιο, μὲ τὸ ὁποῖο χρίονταν οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες καί τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ εἶναι «ἄτρυγον καὶ καθαρὸν»[8].
Ὁ Κύριλλος ὁμιλεῖ γιά τή φανέρωση τοῦ Πνεύματος στήν ΠΔ Ἐκεῖνο ἀποκαλύπτει τά τοῦ Θεοῦ φωτίζοντας τό Μωυσῆ[9], τούς προφῆτες καί τούς ἁγίους ἄνδρες, γιά νά καταστήσουν φανερό στούς ἀνθρώπους καί κυρίως στό λαό τοῦ Ἰσραήλ τήν ὕπαρξη τοῦ ἑνός Θεοῦ, τήν κατανόησή Του μέ διάφορα σύμβολα καί τήν προτύπωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ ΠΔ δέν ἀποτελεῖ ἀποκλειστικά τήν ἱστορία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Σέ αὐτήν καταγράφονται ἐπιλεκτικά τά βασικά γεγονότα πού σχετίζονται, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, μέ τήν παρέμβαση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στήν πορεία τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, μέσω τοῦ ὁποίου θά προετοιμαζόταν ὁλόκληρος ὁ κόσμος νά ὑποδεχθεῖ τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἡ ΠΔ, λοιπόν, ἀποτελεῖ τό θεμέλιο λίθο τῆς κατανοήσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας πού λαμβάνει χώρα στήν ΚΔ.
Ὁ ρόλος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τό μακρύ αὐτό χρονικό διάστημα τῆς ΠΔ, εἶναι βέβαια μυστικός καί κρυμμένος, ὡστόσο κατ᾽ ἐξοχήν οὐσιαστικός καί ἀποτελεσματικός. Καί τοῦτο, ὄχι μόνο στό πλαίσιο τοῦ ἔργου τῆς θείας Οἰκονομίας, στήν ἱερή, δηλαδή, ἱστορία, ἀλλά καί ἔξω ἀπό αὐτή, στήν κοσμική καί καθημερινή διάσταση τῆς ζωῆς τῶν μεταπτωτικῶν ἀνθρώπων. Γιά παράδειγμα, ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου καί ἡ ἐγκατάστασή του στή γῆ τῆς Ἐπαγγελίας[10] ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν προσωπική δραστηριότητα τοῦ πνεύματος τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο ἀναλαμβάνει τό ρόλο αὐτό. Ἔτσι ὁ Κύριλλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστιν, ἐνεργεῖ γὰρ διὰ τοῦ ὁμοουσίου πνεύματος»[11].
Ὁ Μωυσῆς μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκει ὁ ἱερός Κύριλλος, ἀποκαλύπτει τό νόμο τοῦ Θεοῦ στὸν ἐκλεκτὸ λαό τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ νόμος ἦταν ἀτελής, γιά νά κατανοήσουν ὅσα ἐπρόκειτο νά συμβοῦν μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τέλειος ὅμως, γιά νά παιδαγωγηθεῖ ὁ νοῦς τῶν Ἰσραηλιτῶν στό γράμμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἀργότερα νά βρίσκονται σέ θέση οἱ ἑπόμενες γενιές νά ἀποδεχθοῦν τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί νά διεισδύσουν πνευματικά σ᾽ αὐτό: «…ὅτι τέλειός τε ὁμοῦ καὶ ἀτελὴς ὁ νόμος. Καὶ τέλειος μέν, εἰ νοοῖτο πνευματικῶς, λαλεῖ γὰρ ἡμῖν τοῦ Χριστοῦ μυστήριον, ἀτελὴς δὲ αὖ εἰ μέχρις ἴοι τοῦ γράμματος τῶν παιδαγωγουμένων ὁ νοῦς» [12]. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος φωτίζει καί ἐνδυναμώνει τούς ἱερούς ἄνδρες, προφῆτες, κριτές, βασιλεῖς, συγγραφεῖς, ἀφενός γιά νά βρεθοῦν πνευματικά ὀχυρωμένοι ἔναντι ὁποιασδήποτε πλάνης, καί ἀφετέρου νά ἔχουν τή δυνατότητα τῆς ὀρθῆς κατανοήσεως τῆς σημασίας καί τῶν νοημάτων και τῶν γεγονότων τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί στήν ἱστορία. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι κάθε Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος συνεισφέρει μέ διαφορετικό τρόπο στήν ἀποκάλυψη καί κατανόηση τῆς θείας ἀλήθειας ἀπό τόν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι μία ἀλλά τό κάθε Πρόσωπο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ προσφέρει τήν πρισματική ἑκάστοτε πλευρά τῆς ἀλήθειας αὐτῆς.
Τό Πνεῦμα[13] ὁδηγεῖ στή γνώση τῆς πληρότητας τῆς ἄφραστης Τριαδικῆς θεότητας[14] καί συνεισφέρει στή φανέρωση τοῦ γεγονότος τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος στούς «ἀρχαίους» καί τούς «νομικούς» μέσω «τῶν προφητικῶν παιδευμάτων»[15]. Μέ τούς χαρακτηρισμούς «ἀρχαῖοι» καί «νομικοί» ἐννοεῖ τούς προπάτορες τῶν Ἰσραηλιτῶν καί τούς διάφορους ἑρμηνευτές τοῦ Νόμου και τῶν προφητειῶν. Ἡ χρίση τῶν βασιλέων καί τῶν ἀρχόντων, ἐκλεκτῶν στήν ἱστορία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, γινόταν «καταχρίσει δέ καί ἐλαίῳ, τῷ νοητῷ δηλονότι καί ἁγιάζοντι, καί ὡς ἐν μεθέξει νοουμένῳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[16].Τό χρίσμα ἀποτελεῖ τή σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἔμμεσα ἀποκαλύπτεται στό λαό τοῦ Ἰσραήλ. Δέν παρέχει μόνο τό χάρισμα τῆς προφητείας ὡς μία ἁπλή δύναμη, ἀλλά παρέχει τή δυνατότητα στό χριόμενο νά καταστεῖ κάτοχος τῆς θείας ἀλήθειας καί τῆς ἀγαθότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Στήν ἐποχή τῆς ΠΔ τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπιδαψιλεύει στούς προφῆτες φωτισμό τῆς διανοίας τους, γιά νά μποροῦν νά διεισδύσουν στό βάθος τῆς θεόπνευστης Γραφῆς καί νά κατανοήσουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ: «διὰ τοῦ Πνεύματος, καὶ τὸν παρ᾽ αὐτοῦ φωτισμόν εἰς νοῦν καὶ διάνοιαν ἐσχηκόσιν ἀμφιλαθῶς, oἳ καὶ ἐν μεθέξει γεγόνασι θείων χαρισμάτων καὶ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς τό βάθος»[17]. Λάμπει τό Πνεῦμα μέσα τους καί τούς ἀποκαλύπτεται τό θεῖο σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, γίνονται «μεσῖται»[18] μεταξύ τῆς θείας ἀλήθειας καί τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν τρόπο αὐτό διαλύεται ὁ γνόφος τῆς ἄγνοιας σχετικά μέ τόν Ἕνα καί Ἀληθινό Θεό καί τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θείου Λόγου, πού θά πραγματοποιοῦνταν σέ κάποια χρονική στιγμή στό μέλλον: «Οἱ μακάριοι προφῆται τῇ τοῦ Πνεύματος δᾳδουχίᾳ τὸν τῆς διανοίας φαιδρύνοντες ὀφθαλμόν, οὐχὶ μόνην τῶν ἐσομένων εἰσδέχονται γνῶσιν ἀλλὰ γὰρ καὶ αὐτῶν ἔσθ᾽ ὅτε τῶν πραγμάτων τὴν θέαν οἷάπερ ἐν πίνακι γραφομένην ὁρῶντες, αὐτοί τε κατατεθήπασι, συνδιακεῖσθαί τε σφισὶν αὐτοῖς ἀναπείθουσι τοὺς ἀκροωμένους, τὰς τῶν ὁράσεων δυνάμεις διατρανοῦν εὖ μάλα σπουδάζοντες»[19]. Κατά συνέπεια ἡ προφητεία θεωρεῖται οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀποτελεῖ τήν ὑλοποίηση τῆς θείας βουλῆς καί τήν ἐξωτερίκευση τῶν θείων ἐνηχήσεων. Ὁ ἐμπλουτισμός τῶν πιστῶν διά τοῦ Πνεύματος, τό ὁποῖο, ὅπως προαναφέρθηκε ἐρευνᾶ «τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ»[20], καθιστᾶ τήν προφητεία οὐσιῶδες φαινόμενο τῆς δράσεως τοῦ Πνεύματος.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα φανερώνεται φωτίζοντας τήν ἀνθρώπινη διάνοια καί ἐμπνέοντας τούς ἀνθρώπους τόσο στόν προφορικό ὅσο καί στό γραπτό λόγο, γιά νά μιλήσουν καί νά βιώσουν τή θεία Ἀποκάλυψη. Σχετικά ὁ Κύριλλος ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός, φωτίζοντας τόν προφήτη Ἰεζεκιήλ[21], ἀποκαλύπτει μέσω τοῦ στόματός του ὅτι εἶναι ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ ἐκλεκτός λαός του θά καταστεῖ τό μέσο, γιά νά ἀποκαλυφθεῖ ὁ Θεός σέ ὅλα τά ἔθνη καί νά τά ἁγιάσει. Ὁ ἱερός Πατήρ, σχολιάζοντας τή φανέρωση τῆς θείας ἀλήθειας, ὑπογραμμίζει τή συγκεκριμένη ὑπόσχεση. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἁγιάζει τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καί ἀποδέχονται τόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό, γιατί «Θεὸς ἄρα τὸ Πνεῦμα, καὶ ἀλλότριον τῆς ἀνωτάτω πασῶν οὐσίας»[22]. Κατά συνέπεια τό κτιστό ἔλλογο ὄν ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῆς ἄκτιστης ἀλήθειας καί γίνεται μέσω αὐτῆς φανερό ὅτι ὁ Θεός δέν ἀνακαλύπτεται ἀλλά ἀποκαλύπτεται στόν ἄνθρωπο, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου φωτίζεται ἀπό τή χάρη τοῦ Πνεύματος.
Τό ἀποκαλυπτικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν περιορίζεται μόνο στό νά ἀπομακρύνει τίς ἕωλες σκέψεις καί τήν ἀχλύ τῆς ἄγνοιας τῶν ἀνθρώπων σχετικά μέ τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ καί νά φανερώνει τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στήν προφητεία γεγονότων τῆς ἱστορίας τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ· «τὰ ἐν ἐσχάτοις καιροῖς συμβησόμεθα τοῖς ἐξ Ἰσραήλ»[23], «τὸ διά φωνῆς Ἱερεμίου πρὸς τήν Ἱερουσαλήμ εὖ μάλα καὶ σοφῶς εἰρημένον «Πόνῳ καὶ μάστιγι παιδευθήσῃ»»[24]. Σύμφωνα μέ τίς προσρήσεις τοῦ προφήτη Ἱερεμία[25], ἡ χώρα τῶν Ἰουδαίων ἐπρόκειτο νά κατακτηθεῖ ἀπό τούς Βαβυλωνίους τό 587 καί τό 597 π.Χ., ὁ λαός της νά σφαγιασθεῖ, ὁ Ναός νά λεηλατηθεῖ καί οἱ ἐπιφανεῖς Ἰουδαῖοι νά συρθοῦν αἰχμάλωτοι στή Βαβυλώνα[26].
Τό Ἅγιο Πνεῦμα παρέχει τή δυνατότητα στούς προφῆτες νά καθίστανται γνῶστες τῶν γεγονότων τοῦ μέλλοντος, τά ὁποῖα νοερῶς διαδραματίζονται ἐνώπιόν τους τή στιγμή τῆς προφητείας: «προαναφαίνων αὐτοῖς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ἐσόμενα, καὶ ὡς ἤδη παρόντα μονονουχί καὶ ἐν ὄψει τιθείς»[27]. Σημειώνει, λοιπόν, ὁ ἱερός Κύριλλος ὅτι ὁ Δαβίδ γεμάτος μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα προέλεγε μέσα ἀπό τούς ψαλμούς του γιά τό εὐοίωνο μέλλον, τό ὁποῖο ἦταν πρό τῶν πυλῶν, ἄν καί τή συγκεκριμένη χρονική στιγμή ὁ ἰσραηλιτικός λαός βρισκόταν στή δίνη φοβερῶν δυσκολιῶν καί ἦταν δέσμιος ἄσχημων καταστάσεων: «…καὶ γοῦν ὁ μακάριος Δαυίδ τήν ἐπ̉ αὐτοῖς ἐσομένην ἡμερότητα προεγνωκώς διὰ τοῦ Πνεύματος, καὶ μονονουχί τῶν τῆς αἰχμαλωσίας δεσμῶν ἀνιεμένους ὁρῶν, ψάλλει καὶ φησιν· «Εὐδοκήσας Κύριε, τὴν γῆν σου, ἀπέστρεψας τὴν αἰχμαλωσίαν Ἰακώβ. ἀφῆκας τὰς ἀνομίας τῷ λαῷ σου, ἐκάλυψας πάσας τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν» »[28].
Στήν ΠΔ ὁ Θεός τῶν ὅλων[29] ἑνώνεται μέ δεσμούς ἀγάπης μέ ἐκείνους πού ἔχουν δικαιωθεῖ καί ἁγιασθεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Μαρτυρία ἀδιάψευστη ἀποτελοῦν τά λόγια τοῦ προφήτη Ἀββακούμ: «Καί ἐγώ συνεπόδισα τόν Ἐφραῒμ͵ ἀνέλαβον αὐτὸν ἐπὶ τὸν βραχίονά μου͵ ἐξέτεινα αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεώς μου. ὁ δέ γε δεσμὸς εἰς τραχήλους ἐνθάδε νοεῖται καὶ τὸ εὐήνιον τῶν ὑποτεθεικότων αὐτῷ τὸν τῆς διανοίας αὐχένα, καὶ τὸν χρηστὸν ἀληθῶς τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ὑποδεδυκότων ζυγόν»[30].
Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύοντας τίς συνέπειες τῆς ἀγάπης μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν φορέων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή τῶν προφητῶν, ὑπογραμμίζει: «Ἔθος τοῖς ἁγίοις προφήταις τὴν εἰς καρδίαν καὶ νοῦν ἐπιτήρησιν, ἣν ἂν ποιοῖντο τυχόν, προενηχοῦντος αὐτοῖς τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῶν ἐσομένων τὴν γνῶσιν, φυλακήν ἀποκαλεῖν ἤγουν ἀκοήν»[31]. Ἡ ἐπίνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός τούς ἀνθρώπους ἐπικεντρώνεται στό νοῦ καί τήν καρδιά τοῦ πιστοῦ. Ἡ ἐπιδαψίλευση τοῦ θείου φωτός λαμπρύνει ὄχι μόνο τό νοῦ τοῦ πιστοῦ ἐν Χριστῷ, ἀλλά φωταγωγεῖ καί δαδουχεῖ καί τήν καρδιά του. Ὁ νοῦς διευρύνεται καί ὀξύνεται μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος καί μπορεῖ νά κατανοεῖ «πάντα» τά τῆς ἀληθείας. Ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου προσοικειώνεται τή φωτιστική ἐνέργεια τοῦ τρίτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἔτσι γίνεται δεκτική τῶν δώρων τοῦ Πνεύματος πρός τό ἔλλογο ὄν. Κατά συνέπεια στήν κατάσταση τοῦ πνευματικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργό ρόλο ἔχουν τόσο ἡ καρδία ὅσο καί ὁ νοῦς, ὅπου εἶναι τό λίκνον τῶν σκέψεων καί τῶν συναισθημάτων.[32]. Τὸ Πνεῦμα φανερώνει στοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς μὲ τρόπο ἐμφανῆ ἢ ἀμυδρό, τὶς ἀλήθειες καὶ τὰ μυστήρια πού ἀφοροῦν στὸν Τριαδικό Θεό, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕτοιμοι νὰ δεχθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ πλάτους τῆς καρδίας» καί «κατὰ τὴν προπαρασκευήν τῆς καθαρότητος»[33]. Ἔτσι ὁ θεσπέσιος Δαβίδ, ἀκτινοβολώντας ἀπό τό φωτισμό τοῦ Πνεύματος, ἀνέπεμπε μελωδίες πρός τόν Θεό λέγοντας γιά τό Σωτήρα τῆς ἀνθρωπότητας, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό[34].
Τέλος παρατηρεῖται ὅτι ὁ Ἰσίδωρος κάνει μία πολύ μικρή ἀναφορά στό ἀποκαλυπτικό ἔργο τοῦ Πνεύματος κατά τήν ΠΔ Ἀντίθετα ἡ ἀναφορά τοῦ Κυρίλλου γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα κατά τήν ΠΔ εἶναι ἀρκετά ἱκανοποιητική. Ἐκεῖνο φωτίζει τούς θεοφόρους ἄνδρες τῆς ΠΔ καί τούς φανερώνει τά μέλλοντα. Ταυτόχρονα τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει τό Δαβίδ καί τοῦ ἀποκαλύπτει τή θεία ἀλήθεια γιά τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Ἐν κατακλείδι, μπορεῖ κάποιος νά συμπεράνει ὅτι ὁ Κύριλλος ἀναφέρεται στόν ἀποκαλυπτικό ρόλο τοῦ Πνεύματος στήν ΠΔ μέσα κυρίως ἀπό τά λόγια τῶν προφητῶν. Ἄλλωστε οἱ τελευταῖοι γίνονται δοχεῖα τοῦ Πνεύματος, μέσω τῶν ὁποίων ἡ Τρίτη Ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους ὄχι μόνο τό θέλημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἀλλά καί ὅσα πρόκειται νά διαδραματιστοῦν στό μέλλον μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Σωτήρα. Θά μποροῦσε νά λεχθεῖ ὅτι ἡ δράση τοῦ Πνεύματος κατά τήν ΠΔ ἀποτελεῖ τήν ἔμμεσα δυναμική ἀποκάλυψη τοῦ Πνεύματος στά ἔλλογα ὄντα. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή κατανοεῖται καλύτερα μέσα ἀπό τά γεγονότα τῆς ΚΔ καί κυρίως μετά τήν Πεντηκοστή, ὅπου τό Πνεῦμα εἰσέρχεται φανερά καί μέ δυναμικό τρόπο στήν ἀνθρώπινη ἱστορία.


[1] Κυρίλλου, Κατά Ἰουλιανοῦ, Δ΄, PG 76, 717C.
[2] Τοῦ ἰδίου, Κατά Ἰουλιανοῦ, A΄, SC 322, 2821 (=PG 76, 536A). Πρβλ. Γεν. 1, 2. Ψαλμ. 103 (104), 3 καί Ἠσ. 42, 5.
[3]Βλ. Καλαντζάκη, «Οἱ περί τοῦ Πνεύματος ἀντιλήψεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης», ΕΕΘΣΑΠΘ 2 (1992) 206. G. Barrois, The Face of Christ in the Old Testament, New York 1974, p. 56. Συναφῶς πρβλ. E. Trubetskoi, Icons: Theology in Color, New York 1973, p. 52.
[4] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΔ΄, PG 75, 584D.
[5]Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἁγίας καί ζωοποιοῦ Τριάδος – Κεφάλαια περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 75, 1129C. Πρβλ. Ψαλμ. 32 (33), 6. 103 (104), 30. Ἠσ. 48, 16. Ἰουδίθ 16, 14. Πρβλ. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Λόγος 41 – Εἰς τήν Πεντηκοστήν 14, PG 36, 448A: «Τοῦτο τὸ Πνεῦμα συνδημιουργεῖ μὲν Υἱῷ καὶ τὴν κτίσιν καὶ τὴν ἀνάστασιν. Καὶ πειθέτω σε τὸ, Τῷ Λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ Πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν· Πνεῦμά τε θεῖον τὸ ποιῆσάν με».
[6] Κυρίλλου, Γλαφυρά εἰς τήν Γένεσιν, Α-Ζ΄, PG 69, 13-385.
[7]Τοῦ ἰδίου, Εἰς τοὺς 12 προφήτας – Εἰς Ὠσηὲ, Β, 2, Pusey, vol. I, σ. 689-13 (=PG 71, 81D, 84A).
[8] Αὐτόθι, ΙΙΙ, 1, vol. I, σ. 36914 (=PG 73, 405A).
[9] Κυρίλλου, Κατά Ἰουλιανοῦ, A΄, SC 322, 3113 (=PG 76, 537C).
[10] Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας εἶναι ἡ χώρα, τήν ὁποία εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός στούς Ἑβραίους, ἡ γῆ Χαναάν. Οὐσιαστικά χαρακτηρίζεται ἡ περιοχή πού ἐκτείνεται μεταξύ τῆς Μεσογείου, τῆς Νεκρᾶς Θάλασσας, τοῦ ροῦ τοῦ Ἰορδάνη καί τοῦ Λιβάνου. Κατά τόν Ε΄ αἰώνα π.Χ. τό νότιο τμῆμα τῆς περιοχῆς αὐτῆς ὀνομαζόταν Παλαιστίνη.
[11] Κυρίλλου, Εἰς τόν προφήτην Ἠσαῒαν, V, E΄, PG 70, 1389C.
[12]Τοῦ ἰδίου, Εἰς τοὺς 12 προφήτας –Εἰς Ὠσηὲ, Β΄, 3, Pusey, vol. I, σ. 8525 (=PG 71, 105Β). Σε ἄλλο σημεῖο αὒτοῦ τοῦ ἔργου του χαρακτηριστικά ἀναφέρει «… καὶ ἐνοικοῦντα φέρειν διὰ τοῦ Πνεύματος, οἶκος δὲ αὐτοῦ ὁ νοῦς καθαρός, καὶ καρδία διεσηγμένη» Αὐτόθι, Β΄, 3, σ. 8830 (=PG 71, 109Α).
[13] Κυρίλλου, Εἰς τοὺς 12 προφήτας –Εἰς Ὠσηὲ, ΣΤ΄, 11,. Pusey, vol. I, σ. 23618 (=PG 71, 273ΒC): «Ἐπιτρέχει τῶν ἁγίων Προφητῶν ἔσθ᾽ ὅτε τὸν νοῦν ἀκριβῶς τῶν ἐσομένων ἡ γνῶσις, ἐναστράπτοντος τὸ χρῆμα αὐτοῖς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοιγάρτοι καὶ μεταξύ τῶν ἰδίων λόγων, ἤτοι τῶν ἄνωθεν καὶ παρά Θεοῦ, τάς τινων ἔσθ᾽ ὅτε προανακεκράγασι φωνὰς…».
[14] Τοῦ ἰδίου, Κατά Ἰουλιανοῦ, A΄, SC 322, 3315-22 (=PG 76, 540ΒC): «ὡς χρὴ συνομολογεῖν ἐν ἁγίᾳ καὶ ὁμοουσίῳ Τριάδι, τὸ τῆς ἀφράστου θεότητος νοεῖσθαι πλήρωμα˙ μεμορφώμεθα δὲ ἡμεῖς πρὸς τὴν ἀληθῆ καὶ ἀκριβεστάτην εἰκόνα τοῦ Πατρὸς, τουτέστι πρὸς τὸν Υἱόν, καὶ ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς τὸ θεῖον αὐτοῦ κάλλος ἐνσημαίνεται διά μετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
[15] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ὠσηὲ, Δ΄, 6, Pusey, vol. I, σ. 13823 (=PG 71, 164C).
[16] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἰωήλ, Α΄, 1, Pusey, vol. I, σσ. 30227, 3031 (=PG 71, 344D).
[17] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἠσαῒαν, IV, Δ΄, PG 70, 1089A. Περί τῆς ἔννοιας τοῦ Πνεύματος στήν Π. Δ. βλ. Ν. Μπρατσιώτου, Ἀνθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, 1: Ὁ ἄνθρωπος ὡς θεῖον δημιούργημα, ἐν Ἀθήναις 1967, σσ. 123 κ.ἑ.
[18] «μεσῖται πρὸς μόνους εἰσίν οἱ προφῆται τοὺς λόγους διαπορθμεύουσι γὰρ εἰς ὑμᾶς ἅπερ ἂν αὐτοῖς ἐντείλωμαι διὰ τοῦ Πνεύματος», Κυρίλλου, Εἰς Ἀμώς, Β΄, 3, Pusey, vol. I, σσ. 42225, 4231-2 (=PG 71, 460Β).
[19] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀμώς Δ΄, 9, Pusey, vol. I, σ. 5265–11 (=PG 71, 561C).
[20] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΕ΄, PG 75, 653AΒ. Πρβλ. Α΄ Κορ. 2, 10-12.
[21] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΔ΄, PG 75, 580AΒ. Πρβλ. Ἱερ. 23,24.
[22] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΔ΄, PG 75, 580AΒ.
[23] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀββακούμ, Γ΄, 59, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 16115 (=PG 71, 937C).
[24] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Σοφονίαν, Β΄, 22, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 20816-17 (=PG 71, 985Β).
[25] Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τούς Ἀριθμούς, PG 69, 604C. Πρβλ. Ἱερ. 4, 31 καί 4, 1.
[26] Τό 587 π.Χ. ἡ καταστροφή ἀπό τούς Βαβυλωνίους ἦταν ὁλοκληρωτική. Ἡ Ἱερουσαλήμ παραδόθηκε στίς φλόγες καί ἄρχισε ἡ περίοδος τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας «Κατατεθηγμένος τοίνυν ἐπ᾽ αὐτοὺς ὁ πάντα ἰσχύων Θεὸς, κατεξανέστησε τὸν Ναβουχοδονόσορ, ὃς εἷλέ τε τὴν Ἰουδαίαν, καὶ κατεμπρήσας τὰς ἐν αὐτῇ πόλεις τε καὶ κώμας προσκατέστησε τὸν Σεδεκίαν. … ὁ Ἀσσύριος κατεστράτευσε πάλιν τῆς Ἱερουσαλήμ· καὶ δὴ καὶ ἑλὼν, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν θεῖον κατεμπρήσας ναὸν, ὑπενόστησε εἰς τὴν ἑαυτοῦ», Κυρίλλου, Εἰς Ἠσαΐαν, ΙΙΙ, Β΄, PG 70, 669D.
[27] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀββακούμ, Α, 1, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 7015-17 (=PG 71, 848Α). Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Εἰς Μαλαχίαν, Α, 1, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 5488-15 (=PG 72, 280C): «ἐδέχοντο γὰρ οἱ μακάριοι προφῆται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῶν ἐσομένων τὴν γνῶσιν, τάς τε συμβουλὰς καὶ μὴν καὶ τὰς ἐπιπλήξεις ἐποιοῦντο πρός τινας, οὐκ ἐξ ἰδίας αὐτοὶ καρδίας, οὓς ἂν ἕλοιντο τυχὸν ἀνασπῶντες λόγους, ἢ ψευδοεποῦντες κατά τινας, διερμηνεύοντες δὲ τὰ παρὰ Θεοῦ, καὶ τοὺς ἄνωθεν τοῖς ἄλλοις καθαρῶς τε καὶ ἀμωμήτως διαπορθμεύοντες λόγους. Οὐκοῦν τῆς προφητείας τὴν λῆψιν γενέσθαι φησὶ παρὰ Κυρίου».
[28] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀββακούμ, Α, 13, Pusey, vol. ΙΙ, σσ. 8423-25, 851-3 (=PG 71, 861C).
[29]Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους, Pusey, vol. ΙΙΙ, σ. 23715 (=PG 74, 844C). Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τήν Ἔξοδον, Β΄, PG 69, 420Α, 468C. Τοῦ ἰδίου, Εἰς τούς Ψαλμούς, (Ψαλμ. ΜΖ, ±Δ ,      ΡΙΔ)  ,    PG 69, 1064Α, 1241D, 1269Β. Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἠσαῒαν, IV΄, Γ΄, PG 70, 977Β καί PG 70, 1013Β. Τοῦ ἰδίου, Ἑόρτιος ‘Επιστολή, XIV, SC 434, 71715-16 (=PG 77, 717Β). κ.ἄ.
[30] Κυρίλλου, Εἰς Ἀββακούμ, Γ΄, 55, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 1563-5 (=PG 71, 933Α).
[31] Αὐτόθι, Γ΄, 59, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 16022-25 (=PG 71, 937Β). Πρβλ. Ἀββ. 2, 1.
[32] Κυρίλλου, Εἰς Ἰωάννην, ΧΙ, Α΄, Pusey, vol. II, σ. 6451-7 (=PG 74, 460BC): «…τῇ τοῦ Πνεύματος δᾳδουχίᾳ λελαμπρυσμένοι τὸν νοῦν, πάντα λοιπὸν δύνωνται νοεῖν, καὶ εἰ μὴ παρόντα τυχὸν διερωτῷεν αὐτὸ (=τόν Κύριον). Οὐ γάρ ὅτι δεήσονται μὲν οὐκέτι φωταγωγίας τῆς παρ̉ αὐτοῦ τὰ τοιαῦτά φησιν ὁ Σωτήρ, ἀλλ̉  ὅτι τὸ ἴδιον αὐτοῦ δεξάμενοι Πνεῦμα, καὶ ἐνοικοῦν ἔχοντες ἐν καρδίαις, ἀπροσδεᾶ παντὸς ἀγαθοῦ καὶ γνώσεως τῆς τελειωτάτης ἀνάπλεων τὴν διάνοιαν ἕξουσι». Τοῦ ἰδίου, Εἰς Σοφονίαν Α΄, 1, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 1682-6 (=PG 71, 945Α): «ἀλλ᾽ ἦν ἀληθῶς προφήτης, τοὺς ἐκ στόματος Κυρίου διαπορθμένων λόγος, καὶ Ἁγίου μὲν ἀναπιμπλάμενος Πνεύματος, ἀναβρύων δὲ ὥσπερ πηγῆς ἀγαθῆς τῆς καρδίας αὐτά τά ἀγαθά: «ψευδηγορεῖν γάρ οὐκ οἶδε τῶν ἁγίων ἡ γλῶττα»». Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἠσαῒαν Ι, Α΄, PG 70,13BC καί τοῦ ἰδίου, Εἰς Ὠσηέ, III, Δ΄, Pusey, vol. Ι, σ. 9226-29 (=PG 71, 113Α).
[33] Τοῦ ἰδίου., Εἰς τούς Ψαλμούς, PG 69, 1032B. Πρβλ. Ψαλμ. 44.
[34] Κυρίλλου, Εἰς Ἠσαῒαν, V, B΄, PG 70, 1217C.

Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Αναρτήθηκε: 27/02/2014


Ἀρχιμ. Κύριλλου
(Κεφαλόπουλου) 
 
      Μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς ξεπροβάλλει ἕνας κόσμοςΠλαίσιο κειμένου:  παράλληλος μὲ τὸν ἄνθρωπο, αὐτὸς τοῦ ζωικοῦ βασιλείου.
Οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ ζῶα, ζοῦν μαζί τους, τὰ χρησιμοποιοῦν στὶς ἐργασίες. Ἄλλοτε τὰ βλέπουν ὡς ἐχθρούς της ζωῆς τους καὶ τῶν καλλιεργειῶν τους. Πολλὲς φορὲς ἀποδίδουν στὰ ζῶα ἀνθρώπινα χαρακτηριστικὰ ἢ ἰδιότητες, συμβολισμούς, συχνά στὰ ἔχουν ὡς πρότυπα ἀρετῆς ἢ συμπεριφορᾶς πρὸς μίμησιν ἢ ἀποφυγή.
      Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ θαλάσσια κήτη, τὰ ψάρια, τὰ πτηνά, τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ θηρία τῆς γῆς, καὶ ἔθεσε τὸν ἄνθρωπο ὡς φύλακα καὶ διαχειριστῆ τοῦ ζωικοῦ καὶ φυτικοῦ βασιλείου στὸν Παράδεισο. Οἱ ἁρμονικὲς αὐτὲς σχέσεις διαταράχθησαν, ὅταν οἱ πρωτόπλαστοι παρήκουσαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔκτοτε εἰσῆλθε τὸ στοιχεῖο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἀντιπαλότητας τῆς φύσεως πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παρακοῆς ἡ φύση ἀπὸ συνεργὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε ἐχθρική.
       Ὅπως κάθε δημιουργία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγαθή, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ ζῶα. Μία περιγραφὴ τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἁρμονίας τῆς φύσεως ἔχουμε στὸν 103ο Ψαλμὸ (τὸν προοιμιακό του Ἑσπερινοῦ), ὅπου φαίνεται ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ νὰ ἐξασφαλίσει στὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ τὴν τροφὴ καὶ τὸ νερὸ ποὺ τὰ ξεδιψάει, τὴν κατοικία στὰ ἄγρια θηρία καὶ τὰ ζῶα τοῦ δάσους μέσα στὰ δέντρα καὶ τὰ ὑψηλὰ ὅρη, στὰ ψάρια καὶ τὰ κήτη νὰ ταξιδεύουν στὴν θάλασσα. Ὁ ψαλμῳδὸς ἐμφανίζει τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο, συντηρεῖ καὶ τρέφει ὅλα τα ἔμψυχα καὶ ἔμβια ὄντα ἐπὶ τῆς γῆς.
      Ὁ ἄνθρωπος, ζώντας κοντὰ στὰ ζῶα ἔμαθε νὰ παρατηρεῖ τὶς συνήθειές τους, νὰ νοιώθει πότε τὸν πλησιάζουν ἀπειλητικὰ ἢ πότε μπορεῖ νὰ τὰ ἐξημερώσει καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ τροφή, ἔνδυση, βοήθεια στὶς ἐργασίες. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα ἀποτυπώνεται στὴν Ἁγία Γραφή.
      Ξεκινώντας ἀπὸ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ἡ Γραφὴ ἀναφέρεται συχνὰ σὲ πολλὰ εἴδη πτηνῶν. Γενικὰ θεωροῦνται ὡς σύμβολο σοφίας διότι δὲν μεριμνοῦν ὅπως οἱ ἄνθρωποι τί θὰ φᾶνε, τί θὰ πιοῦν, πῶς θὰ στολισθοῦν, ἀλλὰ ζοῦν ἀμέριμνο βίο καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὰ συντηρεῖ. Πτηνὰ ὅπως τὰ περιστέρια, τὰ τρυγώνια καὶ τὰ σπουργίτια ἦσαν κατάλληλα γιὰ τὶς θυσίες στὸν Ναό, κυρίως τῶν πτωχῶν, ὡς φθηνά. Ἄλλα θαυμάζονταν γιὰ τὴν ὀμορφιά τους, ὅπως οἱ ἐρῳδιοὶ καὶ τὰ παγώνια, ποὺ εἶχε στοὺς κήπους τοῦ ὁ Σολομὼν. Ἄλλα πάλι, ὡς ἄγρια καὶ σαρκοβόρα θεωροῦνταν ἀπειλητικά, ὅπως ὁ γύπας καὶ τὸ γεράκι. Στὸν Ἠσαΐα 46,11 τὰ σαρκοβόρα πτηνὰ συμβολίζουν τοὺς ἀπειλητικοὺς ἐχθρούς. Σὲ ἄλλο σημεῖο, ἡ κουκουβάγια, ἐπειδὴ συχνάζει στὰ ἐρείπια, θεωρήθηκε ὡς κακὸ προμήνυμα γιὰ τὶς ἐρειπωμένες ἀπὸ ἐχθροὺς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ. Ἡ μελαγχολικὴ φωνὴ τοῦ ἀποδημητικοῦ γερανοῦ θεωρήθηκε ἐπίσης κακὸς οἰωνὸς. Ὁ ἀετός, ὡς ἰσχυρὸ καὶ μεγαλοπρεπὲς πτηνό, ἦταν σύμβολο αὐτοκρατοριῶν, ὅπως ἡ Περσικὴ καὶ ἡ Ρωμαϊκή. Σὲ ἄλλη περίπτωση, ὁ ἀετὸς ἔχει θετικὸ συμβολισμό, καθὼς ζεῖ πολλὰ χρόνια καὶ κάθε χρόνο ἀνανεώνει τὰ φτερά του, θεωρήθηκε σύμβολο νεότητος («ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου»), ἐνῷ ἀλλοῦ ἡ φροντίδα του γιὰ τὰ νεογνὰ του ἐξελήφθη ὡς ἔνδειξη τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν Ἰσραὴλ. Σὲ ἄλλες περιπτώσεις τὰ πτηνὰ θεωρήθηκαν δεῖγμα τῆς πρόνοιας καὶ τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστούς Του, λ.χ. ὁ κόρακας ποὺ θρέφει θαυματουργικὰ τὸν Ἠλία, τὰ ὀρτύκια ποὺ ἔθρεψαν τοὺς Ἑβραίους στὴν ἔρημο, ἡ στοργὴ τοῦ πελαργοῦ συνδέεται μὲ τὴν φιλοστοργία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν λαὸ Του. Ἡ πέρδικα ἐπίσης χρησιμοποιεῖται ὡς σύμβολο ἀπὸ τὸν Δαυὶδ γιὰ τὸν ἑαυτὸ του, ὅταν καταδιώκεται ἀπὸ τὸν Σαούλ, ἀλλὰ καὶ σύμβολο ὅσων ματαίως ἀγωνίζονται νὰ ἀποκτήσουν πλούτη.
      Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς λόγους Του χρησιμοποίησε τὰ πτηνὰ ὡς παραδείγματα, ὅταν π.χ. ἀναφέρεται παραβολικὰ στὴν στοργὴ τῆς ὄρνιθας γιὰ τοὺς νεωσσοὺς της «ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιᾶν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!», εἴτε στὴν ἁπλότητα τῆς περιστερᾶς ὡς μιμητέας ἀπὸ τοὺς μαθητές Του: «γίνεσθε…ἀκέραιαι ὡς αἳ περιστεραὶ». Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Ἄγ. Πνεύματος στὴν Βάπτιση τοῦ Κυρίου συμβολίζεται μὲ περιστέρι. Τὰ περιστέρια ἦσαν κατάλληλα γιὰ τὶς προσφορὲς στὸν Ναό. Ἡ Παναγία ὡς πτωχὴ προσφέρει ζεῦγος περιστερῶν, καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Κύριος γιὰ νὰ καταδικάσει τὴν ἐμπορευματοποίηση τοῦ Ναοῦ ἀνατρέπει τὰ τραπέζια τῶν ἐμπόρων ποὺ πωλοῦσαν τὰ πτηνὰ γιὰ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν.
      Τὰ ἔντομα στὴν Ἄγ. Γραφή, ἐπειδὴ προκαλοῦν ζημιὲς στὶς καλλιέργειες καὶ εὐθύνονται γιὰ τὴν μετάδοση ἀσθενειῶν, ἐξ ἀρχῆς συνδέθηκαν μὲ τὴν καταστροφὴ καὶ τὴν ἐρήμωση (πρβλ. πληγὲς Θεοῦ στὴν Αἴγυπτο, ἐξεικόνιση τοῦ πλήθους τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων Αἰγύπτου καὶ Ἀσσυρίας ποὺ ἐπιφέρουν δεινὰ στὸν Ἰσραὴλ).Ἡ ἀράχνη ἐπίσης συμβολίζει τὴν ματαιότητα τῶν ἐλπίδων τῶν ἀσεβῶν, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ μυρμήγκι εἶναι σύμβολο ἐργατικότητας καὶ προνοητικότητας, παράδειγμα γιὰ τοὺς ὀκνηροὺς. Παρομοίως, καὶ τὰ ἑρπετὰ ἔλαβαν ἀρνητικὸ συμβολισμὸ γιὰ τοὺς Ἑβραίους, παρόλο ποὺ οἱ εἰδωλολατρικοὶ λαοὶ τὰ λάτρευαν ὡς θεοὺς καὶ τὰ θεωροῦσαν σύμβολα καλοτυχίας. Ἐξ ἀρχῆς τὸ φίδι θεωρήθηκε ἡ προσωποποίηση τοῦ κακοῦ, τοῦ Διαβόλου ποὺ ἐξαπατᾶ τοὺς πρωτοπλάστους στὸν Παράδεισο μὲ ψέματα. Ὁ Διάβολος εἶναι ”ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος” καὶ πανοῦργος ποὺ ἐξαπατᾶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ἐξαιτίας τῆς πονηρίας του ὁ Θεὸς τὸν καταράσθηκε νὰ ζεῖ ἕρποντας. Οἱ ἀσεβεῖς ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν φαρμάκι παρομοιάζονται μὲ δηλητηριώδη φίδια, ὅπως ἡ ἔχιδνα, ἡ ἀσπίδα καὶ ὁ βασιλίσκος, καὶ οἱ προφῆτες χρησιμοποιοῦν μεταφορικῶς τὴν μορφή τους γιὰ νὰ δηλώσουν τὴν ἐκτέλεση τῆς θεϊκῆς ὀργῆς στοὺς Ἰουδαίους γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Ὁ Χριστὸς ἀποκαλεῖ τοὺς Φαρισαίους «γεννήματα ἐχιδνῶν». Ὡστόσο, σὲ μερικὲς περιπτώσεις τὰ φίδια ἔχουν θετικὸ συμβολισμό. Ὁ χάλκινος ὄφις ποὺ ἔστησε ὁ Μωϋσῆς γιὰ νὰ θεραπεύει τοὺς Ἑβραίους στὴν ἔρημο ἀπὸ τὰ δήγματα τῶν φιδιῶν προεικονίζει τὴν ὕψωση τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν λυτρωτική Του θυσία. Σὲ ἄλλη περίπτωση, ὁ Ἰησοῦς συμβουλεύει τοὺς μαθητές Του νὰ γίνουν φρόνιμοι καὶ συνετοὶ ὅπως οἱ ὄφεις(Ματθ.10,16).
      Τὰ ψάρια ἔχουν θετικὴ ἔννοια. Ἡ ἁλιεία ἦταν διαδεδομένη στὴν λίμνη τῆς Τιβεριάδος, μὲ πλούσια ἁλιεύματα ποὺ ἔδιναν τροφὴ καὶ ἀπασχόληση στοὺς κατοίκους(Λουκ.5,5.Ἰω.21,6-11). Οἱ Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ἦσαν ἁλιεῖς ὅταν ἐκλήθησαν νὰ γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Τὸ κήρυγμα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν παρομοιάζεται μὲ σαγήνη-δίχτυ ποὺ ρίχνεται στὴν θάλασσα γιὰ νὰ  προσελκύσει πολλοὺς. Ὁ Κύριος ὅταν Τοῦ ζητοῦν τὰ πλήθη κάποιο σημεῖο τοὺς δίνει τὸ «σημεῖον τοῦ Ἰωνᾶ», ποὺ τὸν κατάπιε τὸ θαλάσσιο κῆτος καὶ μετὰ τρεῖς μέρες τὸν ἔβγαλε σῶο, γιὰ νὰ συμβολίσει τὴν τριήμερο Ταφὴ καὶ Ἀνάστασή Του. Καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Π.Δ. ἀναφέρονται θαλάσσια κήτη, τρομερὰ σὲ ὄψη καὶ ὄγκο. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὰ γράμματα τῆς λέξεως «ΙΧΘΥΣ» στὴν πρωτοχριστιανικὴ περίοδο συμβολίζουν τὸν Χριστὸ (Ἰησοῦς Χριστὸς Θεοῦ Υἱὸς  Σωτὴρ) καὶ οἱ χριστιανοὶ συνήθιζαν νὰ χαράζουν ἢ νὰ φέρουν τὸ σύμβολο τοῦ ἰχθύος.
        Πιὸ ἐξοικειωμένοι ἦσαν οἱ Ἑβραῖοι μὲ τὰ ζῶα τῆς ξηρᾶς. Τὰ γνώριζαν, τὰ ἀντιμετώπιζαν, τὰ χρησιμοποιοῦσαν στὶς ἐργασίες τους. Συχνὲς οἱ ἀναφορὲς στὴν Γραφὴ γιὰ αἰγοπρόβατα, καθὼς οἱ Ἑβραῖοι ἦσαν κτηνοτροφικὸς λαός. Τὰ ζῶα αὐτὰ ἦσαν πολύτιμα γιὰ τὸ γάλα, τὸ κρέας, τὸ δέρμα, τὸ μαλλὶ τους(μάλιστα τὸ λευκὸ ἔνδυμα ἀπὸ μαλλὶ προβάτου θεωρεῖται σημεῖο ἁγνότητος) καὶ γιὰ προσφορὰ θυσιῶν. Στὴν Π.Δ. μὲ τὸ αἷμα τοῦ τράγου ράντιζαν τὸ θυσιαστήριο, ἐνῷ ὑπῆρχε καὶ ὁ ”ἀποδιοπομπαῖος τράγος” ποὺ ὑπεῖχε θέση ἐξιλαστήρια καθὼς συμβολικὰ-τελετουργικὰ σήκωνε τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ. Ὁ ἀμνὸς τῆς θυσίας ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄμωμος, ἁγνός. Στὶς τυπικὲς αὐτὲς διατάξεις οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν συμβολικὲς προεικονίσεις τοῦ Μεσσία καὶ τοῦ Πάθους Του. Ὁ Ἠσαΐας παραλληλίζει τὸ Πάθος τοῦ Μεσσία μὲ ἄκακο καὶ ὑπάκουο ἀμνὸ ποὺ ὁδηγεῖται στὴν σφαγὴ. Στὴν Κ.Δ. ὁ Χριστὸς χαρακτηρίζεται ὡς «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», ἐνῷ καὶ στὴν Ἀποκάλυψη ἔχουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου ποὺ ἐπιστρέφει θριαμβευτικὰ γιὰ νὰ λάβει τὸν στέφανο τῆς δόξης. Τέλος ”ὁ γάμος τοῦ Ἀρνίου” συμβολίζει τὴν ἕνωση Χριστοῦ-Ἐκκλησίας. Ὁ Ἄπ. Παῦλος ἀντιδιαστέλλει τὶς αἱματηρὲς θυσίες ἀμνῶν τῆς Π.Δ. ποὺ δὲν ὁδηγοῦσαν στὴν σωτηρία, μὲ τὸ αἷμα τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχει τὴν δύναμη νὰ ἀφαιρεῖ ἁμαρτίες. Συχνὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐξεικόνιση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς ποιμνίου καὶ τοῦ Θεοῦ ὡς τοῦ Καλοῦ Ποιμένος ποὺ ἀναζητεῖ τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο, γιὰ νὰ τὸ ἐπαναφέρει στὴν ποίμνη τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πιστοὶ εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ποίμνιο ποὺ ὁ Καλὸς Ποιμὴν προστατεύει ἀπὸ τὶς ἁρπακτικὲς διαθέσεις τῶν σαρκοβόρων λύκων ποὺ συμβολίζουν τοὺς διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας. Παρατηροῦμε λοιπὸν πὼς ἡ φυσικὴ πραότητα τοῦ προβάτου καὶ ἡ ἁρπακτικότητα τοῦ λύκου μεταφέρονται συμβολικὰ στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
      Πλαίσιο κειμένου:  Ἐπίσης τὰ βοοειδῆ εἶχαν τὴν θέση τους στὴν λατρεία τῆς Π.Δ. Ὁ ραντισμὸς μὲ αἷμα δαμάλεως ἦταν θυσία ἐξιλαστήρια τῶν ἁμαρτιῶν, σύμβολο τῆς ἐξιλαστήριας θυσίας τοῦ Κυρίου. Ὁ «μόσχος ὁ σιτευτὸς» εἶναι σύμβολο ἀφθονίας καὶ ἐκλεκτὴ τροφὴ γιὰ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις (πρβλ. παραβολὴ Ἀσώτου). Στὴν Π.Δ. ὁ βοῦς ὁ ὁδηγούμενος εἰς σφαγὴν σημαίνει τὸν διωγμὸ τῶν ἁγίων.
      Ὁ ἵππος ἀποτελεῖ σύμβολο δυνάμεως καὶ πολεμικῆς ἰσχύος. Στὴν Ἀποκάλυψη οἱ τέσσερεις ἵπποι ποὺ παρίστανται στὸ ἄνοιγμα τῶν σφραγίδων σημαίνουν, ὁ λευκὸς τὴν νίκη καὶ τὸν θρίαμβο, ὁ κόκκινος-ποὺ φέρει ἱππέα μὲ μάχαιρα- τὰ δεινά του πολέμου, ὁ μαῦρος-ποὺ φέρει ἱππέα μὲ ζυγαριά- τὶς στερήσεις καὶ τοὺς λιμούς, ὁ ὠχρὸς-κίτρινος μὲ ἱππέα τὸν θάνατο, τὶς μολυσματικὲς ἀσθένειες. Ὁ θριαμβευτὴς Χριστὸς εἰκονίζεται ἐπὶ λευκοῦ ἵππου. Ἀνάλογους συμβολισμοὺς ἔχουμε καὶ στὴν Π.Δ. Στὸν Ἰάκωβο ὁ χαλινὸς τοῦ ἵππου συμβολίζει τὴν χαλιναγώγηση τῆς γλώσσας(3,3). Ἔχουμε ἐπίσης πολλὲς ἀναφορὲς σὲ ζῶα ποὺ θαυμάζονται γιὰ τὸ κάλλος καὶ τὴν κομψότητά τους, ὅπως ἡ ἔλαφος καὶ ἡ δορκάδα, καὶ ἄλλα ποὺ χαρακτηρίζονται ὡς ἁρπακτικά, πανοῦργα, ἐπικίνδυνα, ὅπως τὰ τσακάλια, οἱ ἀλεποῦδες, οἱ ἀγριόχοιροι. Ἄλλα θαυμάζονται γιὰ τὴν δύναμή τους καὶ τὴν ἐξωτική τους προέλευση, ὅπως οἱ πίθηκοι καὶ οἱ ἐλέφαντες, ἐνῷ κάποια ἄλλα, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο θεωροῦνται ἀκάθαρτα καὶ βδελυρά, ὅπως ὁ βάτραχος καὶ ὁ σκύλος. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἰδιότητες τῶν ζώων βρίσκουν τὶς ἀντιστοιχίες τους καὶ στὶς ἀνθρώπινες συμπεριφορές. Π.χ. ἡ σαρκικὴ καὶ θηριώδης συμπεριφορὰ τῶν τυραννικῶν βασιλέων παραλληλίζεται μὲ τὴν ἄλογη καὶ βίαιη φύση τῶν κτηνῶν. Ἔτσι, οἱ προφῆτες Δανιὴλ καὶ Ἱερεμίας στὰ ὁράματά τους ἀποδίδουν στὶς τυραννικὲς βασιλικὲς ἐξουσίες  χαρακτηριστικὰ θηρίων, ἐνῷ καὶ στὴν Ἀποκάλυψη τὸ θηρίο τοῦ Ἀντιχρίστου ἐμφανίζεται μὲ πόδια ἀρκούδας, σῶμα λεοπαρδάλεως, μὲ πολλὰ κεφάλια καὶ κέρατα, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ θηριώδης του μορφή, καὶ ἡ ἁρπακτική του διάθεση πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Τὰ σκυλιὰ ἐπειδὴ περιφέρονται καὶ τρέφονται μὲ σάρκες καὶ ἀποφάγια, θεωροῦνται ζῶα ἀκάθαρτα καὶ κατ’ ἀντιστοιχίαν ὁ χαρακτηρισμὸς κάποιου ὡς κυνὸς ἔχει ὑποτιμητικὴ ἔννοια, δηλώνει πρόσωπα χαμηλῆς κοινωνικῆς τάξης, χαρακτηρίζει τοὺς αἱρετικοὺς ψευδοδιδασκάλους ποὺ λόγῳ τοῦ ἀκάθαρτου καὶ ἁμαρτωλοῦ βίου τους θὰ κλεισθοῦν ἔξω τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν (Ἀποκ.22,15). Οἱ χοῖροι, ἐπειδὴ ζοῦν μέσα στὶς λάσπες, θεωροῦνται ἐπίσης ζῶα ἀκάθαρτα καὶ δηλώνουν τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους μὲ ταπεινὰ πάθη. Ὅταν ὁ Κύριος θεραπεύει τὸν δαιμονιζόμενο, ἐπιτρέπει στὰ δαιμόνια νὰ εἰσέλθουν σὲ μία ἀγέλη χοίρων. Ἡ ἐκτροφὴ χοίρων ἐπίσης θεωρεῖται ταπεινωτικὴ(βλ. παραβολὴ Ἀσώτου).
      Ἄλλα ζῶα ἔχουν πιὸ θετικὴ εἰκόνα, λ.χ ἡ κάμηλος, χρήσιμη γιὰ μεταφορὲς ἐμπορευμάτων καὶ ἀνθρώπων στὴν ἔρημο, χρησιμεύει ὡς παράδειγμα στὸν Ἰησοῦ, νὰ ἀποκαλύψει τὴν ὑποκρισία τῶν Φαρισαίων-«οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες». Τὸ λιοντάρι, ζῶο μεγαλοπρεπὲς καὶ ἰσχυρό, προσιδιάζει ὡς σύμβολο σὲ ἰσχυρὲς ἐξουσίες, ὅπως ἡ Βαβυλῶνα, ἀλλὰ καὶ στὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ χαρακτηρίζεται στὴν Ἀποκάλυψη ὡς «ὁ λέων ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα». Σὲ ἄλλα ὅμως σημεῖα τονίζεται ἡ ἁρπακτικότητα καὶ ἡ ἀγριότητα τοῦ λιονταριοῦ. Ὁ Δαυὶδ ὡς λέοντες περιγράφει τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴν ζωή του, ἐνῷ ἀπὸ τὸν Ἄπ. Πέτρο χαρακτηρίζεται ὁ διάβολος ὡς «λέων ὠρυόμενος, περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». Ὁ ὄνος, ὡς ζῶο ὑπομονετικὸ καὶ ὑπάκουο, συμβολίζει τὸν εἰρηνικὸ ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία καθημένου ”ἐπὶ πώλου ὄνου”.
   Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα εἴδαμε τὶς σχέσεις Πλαίσιο κειμένου:  τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα, τὶς ἰδιότητες καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς ποὺ τοὺς ἀποδίδει καὶ διακρίναμε ἄλλοτε ἀγαθὲς καὶ ἄλλοτε ἐχθρικὲς σχέσεις. Ὁποιαδήποτε ὅμως ἔχθρα καὶ ἀντιπαλότητα μεταξύ του ἀνθρώπου καὶ τοῦ ζωικοῦ βασιλείου θὰ παύσει, ὅταν μὲ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς αἰώνιας βασιλείας τῶν οὐρανῶν οἱ σχέσεις ὅλες θὰ ἀποκατασταθοῦν καὶ θὰ ὑπάρχει γενικὴ εἰρήνη καὶ καταλλαγὴ τῶν παθῶν.
      Τέλος, ὁ Ἠσαΐας μᾶς δίνει μία εἰδυλλιακὴ περιγραφὴ τῶν ἁρμονικῶν σχέσεων ποὺ θὰ ἐπικρατήσουν, ὅταν «συμβοσκηθήσεται λύκος μετἀρνός, καὶ πάρδαλις συναπαυθήσεται ἐρίφῳ, καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων ἅμα βοσκηθήσονται, καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς, καὶ βοῦς καἄρκτος ἅμα βοσκηθήσονται, καἅμα τὰ παιδία αὐτῶν ἔσονται». Αὐτὴν τὴν πρόγευση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν τὴν βίωναν ἤδη ἐπὶ τῆς γῆς πολλοὶ ἅγιοι καὶ ἀσκητὲς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχαν μία ἁρμονικὴ σχέση μὲ τὰ ζῶα, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Ἠσαΐας, μὲ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αὐτὸ τοῦ ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου, ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὴν ἄντληση καὶ μεταφορὰ ὕδατος στὴν μονὴ του ἕνα γαϊδουράκι καὶ ἕνα λιοντάρι, τοῦ ὁποίου ὁ ὅσιος εἶχε θεραπεύσει τὴν πληγή του, καὶ ἐκεῖνο τὸν βοηθοῦσε στὸ διακόνημά του, ἀκολουθώντας τὸν ὅσιο ὡς ἄκακο καὶ ὑπάκουο-πλάσμα.   
ΕΙΚΟΝΕΣ. ΑΓ. ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΣ, ΡΑΒΕΝΝΑ, (6Ος αἰ.)
 
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ι΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2012