Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕ ΤΗΝ Π ΔΙΑΘΗΚΗ

Η σχέση του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη!..

Η σχέση του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη!..

Ο Ιησούς όχι μόνον είχε διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη, αλλά μπορούσε να δίδη τις πιο κατάλληλες απαντήσεις σε όποιον αμφισβητούσε τον Νόμο του Θεού και προσπαθούσε να μυκτηρίση τον Κύριον!.. Πάντα ταύτα γι’ αυτούς που επιθυμούν τον εξοβελισμό της Βίβλου, που είναι γραμμένη στην ελληνική γλώσσα (!!!)
ΕΙΧΑ την ευκαιρία να διαβάσω με μίαν ξεχωριστή χαρά και ικανοποίηση ένα άρθρο του Richard France με τίτλο «Ο Ιησούς Χριστός και η Βίβλος», που βρήκα δημοσιευμένο μέσα στο «Εκπληκτικό εγχειρίδιο της Βίβλου».
Ομολογώ ότι δεν έχω τον χώρο να φιλοξενήσω ολόκληρο το άρθρο, που είναι τόσο σημαντικό και παράλληλα τόσο απλοϊκά γραμμένο για να πείση και τον κάθε δυσπιστούντα. Θα φροντίσω, όμως, όσο μου το επιτρέπει αυτή η σελίδα, να καταγράψω εν συντομία τις πιο σημαντικές επισημάνσεις του εν λόγω επιστήμονος με την ελπίδα ότι θα συμβάλω κι εγώ στην μέθεξη ενός τόσο απλοϊκού και παράλληλα τόσο σημαντικού θέματος.
Γράφει, λοιπόν, ο Richard France:
«Ως Χριστιανός, θέλω να ακολουθώ τον Ιησού Χριστό. Θέλω να κάνω ό,τι Εκείνος είπε, να πηγαίνω όπου με οδηγεί, να ακολουθώ το παράδειγμα Του, να μπω μέσα στη ζωή που Εκείνος προσφέρει.
Για να γίνει αυτό πρέπει να διαβάσω τις αφηγήσεις εκείνων που Τον γνώρισαν και Τον είδαν. Ανακαλύπτω ότι Εκείνος είπε πως είναι η αποκάλυψη του Ίδιου του θεού, ο Ένας που μας δείχνει με τι μοιάζει ο Θεός. Κι ακόμα, ανακαλύπτω ότι Εκείνος είναι το απαύγασμα των αιώνιων αποκαλύψεων του Θεού που αναφέρον­ται σε γραπτά κείμενα αιώνες πριν από τον Ερχομό Του.
Επομένως, καθώς αναζητώ την αυθεντικότητα του Ιησού, οδη­γούμαι από Εκείνον στο να δω την αυθεντικότητα της Βίβλου
Δεν μπορούμε να έχουμε το ένα χωρίς το άλλο. Είναι βέβαιο ότι ο Ιησούς αποκάλυψε τον Θεό στον άνθρωπο με έναν τρόπο που ποτέ η γραπτή Παλαιά Διαθήκη δεν θα είχε κατορθώσει. Τον εί­δαν συνηθισμένοι άνθρωποι, Τον άκουσαν, Τον άγγιξαν, έζησαν μαζί Του. Όμως, εμείς δεν βρεθήκαμε εκεί. Ούτε μπορούμε να ξέρουμε πώς ήταν ο Ιησούς, τι είπε και έκανε, διαβάζοντας τους ιστορικούς της εποχής εκείνης, έξω από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Το μόνο που αυτοί θα μας πουν είναι ότι ένας Ιουδαίος προφήτης, που ονομαζόταν Ιησούς, έζησε, κήρυξε, είχε προβλή­ματα με τις αρχές και τελικά εκτελέσθηκε. Ένας ή δύο ίσως ανα­φέρουν κάποια φήμη για την ανάσταση Του. Αλλά, δεν προχω­ρούν περισσότερο. Αν πραγματικά θέλουμε να γνωρίσουμε την αποκάλυψη που έδωσε ο Ιησούς, θα πρέπει να στραφούμε στην Καινή Διαθήκη.
Το γεγονός ότι είναι απαραίτητο ένα βιβλίο για να γνωρίσει κά­ποιος τον Ιησού δεν πρέπει να μας δυσαρεστεί. Στην πραγματικό­τητα, αυτός ήταν ο σκοπός του Ιησού. Μια από τις πρώτες προτε­ραιότητες Του ήταν η εκλογή και η εκπαίδευση των αποστόλων Του - αυτός ο μικρός κύκλος των μαθητών Του, που επρόκειτο να διατηρήσουν και να διασώσουν τη διδασκαλία Του. Η Εκκλησία θεμελιώθηκε επάνω στη διδασκαλία των αποστόλων. Η Καινή Διαθήκη είναι η καταγραφή των όσων δίδαξαν. Είναι μια συλ­λογή από εκείνα τα βιβλία που η Πρώτη Εκκλησία αποδέχθηκε ότι ήσαν γραμμένα από τους ίδιους τους αποστόλους ή από τους στε­νούς συνεργάτες τους, και τα οποία επομένως προσδιορίζουν την αληθινή αποστολική πίστη. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε τον Ιησού και τη διδασκαλία Του, τότε, θα πρέπει να στραφούμε στην Καινή Διαθήκη, στη μαρτυρία εκείνων που ο ίδιος διάλεξε και εμπιστεύθηκε να μεταφέρουν τη διδασκαλία Του. Για να γίνει αυτό, ο Ίδιος έστειλε το Άγιο Πνεύμα για να «τους οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν».
Αν αποδεχόμαστε την αυθεντικότητα του Ιησού, μπορούμε κάλ­λιστα να αποδεχθούμε την Καινή Διαθήκη ως την πηγή όλης της γνώσης μας για Κείνον και τη διδασκαλία Του. Είμαστε, όμως, εξίσου υποχρεωμένοι να αποδεχθούμε και την Παλαιά Διαθήκη. Γιατί, ο ίδιος ο Ιησούς, ο ενσαρκωθείς Υιός του Θεού, την αποδε­χόταν ως τα λόγια του Ίδιου του Θεού προς τον άνθρωπο. Επο­μένως, κι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα λιγότερο.

ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ο εν λόγω επιστήμων, φθάνει αμέσως στην Διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού για την Παλαιά Διαθήκη, θυμίζοντάς μας τα εξής:

Ο Ιησούς είπε μερικά σπουδαία πράγματα για την Παλαιά Δια­θήκη:
n «Μη νομίσητε ότι ήλθον να καταλύσω τον νόμον ή τους προφήτας' δεν ήλθον να καταλύσω, αλλά να εκπληρώσω. Διότι αληθώς σας λέγω, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν, ή μία κεραία δεν θέλει παρέλθη από του νόμου, εωσού εκπληρωθώσι πάντα.».
--«Δεν δύναται να αναιρεθή η γραφή».
--«Πρέπει να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω του Μωυσέως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμού».
Μερικές από τις πιο σκληρές τιμωρίες προβλέπονταν για κεί­νους που θα προσπαθούσαν να αποφύγουν τις σαφείς εντολές του Θεού (που καθορίζονταν από τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης) χρησιμοποιώντας παραδόσεις καθαρά ανθρώπινες, όσο αξιοσέ­βαστες κι αν ήσαν αυτές.
Αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη
Πολύ πιο εντυπωσιακή από περιστασιακές αναφορές του Ιησού στην Παλαιά Διαθήκη είναι η συνεχής αναφορά Του σ' αυτήν σε μεγάλη ποικιλία διαφορετικών καταστάσεων. Σε αντίθεση με τους αντιπάλους Του, χρησιμοποιεί συνήθως μια περικοπή από την Παλαιά Διαθήκη για να πάρει επιχειρήματα. Κι αυτό δεν γινόταν απλά για να τους μιλήσει στη γλώσσα τους. Στη σύγκρουση Του με τον διάβολο βασίζεται με τον ίδιο τρόπο στην αυθεντία της Πα­λαιάς Διαθήκης. Ακόμα και μέσα στην αγωνία τού τέλους επάνω στον σταυρό, λόγια της Παλαιάς Διαθήκης έρχονται στο στόμα Του.
Εδάφια από την Παλαιά Διαθήκη
Όμως, στη διδασκαλία Του προς τους μαθητές Του, αναφέρεται ακόμα πιο συχνά, είτε με επεξηγηματικά εδάφια είτε με αναρίθμη­τες φράσεις, έτσι που μερικές περικοπές μοιάζουν με μια συρραφή από λόγια και σκέψεις της Παλαιάς Διαθήκης. Για παράδειγμα, προφητεύοντας ο Ιησούς για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και για τη Δεύτερη Έλευση Του, μεταχειρίζεται παντού τη γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης. Σε τρία μόνο εδάφια περιλαμβάνονται όχι λιγότερες από επτά περικοπές της Παλαιάς Διαθήκης.

Η Εκπλήρωση της Παλαιάς Διαθήκης
Δεν είναι, όμως, μόνο θέμα γλώσσας. Το ουσιαστικό περιεχό­μενο της διδασκαλίας του Ιησού στηρίζεται βασικά στην Παλαιά Διαθήκη. Οι κεντρικοί ηθικοί κανόνες Του βγαίνουν από τον Μω­σαϊκό νόμο. Και, αν διέφερε από τους συγχρόνους Του σε θέματα ηθικής, αυτό οφειλόταν μόνο στο ότι τους κατηγορούσε που έπαιρναν τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης ελαφρά και επιπό­λαια.
Πάνω απ' όλα, η διδασκαλία Του σχετικά με τον δικό Του ρόλο στα σχέδια του Θεού εξαρτάται απόλυτα από την πεποίθηση ότι Εκείνος πρέπει να εκπληρώσει την Παλαιά Διαθήκη. Η διδασκα­λία Του μετά την Ανάσταση, όταν «αρχίσας από του Μωϋσέως και από πάντων των προφητών, διηρμήνευεν εις αυτούς τα περί εαυ­τού γεγραμμένα εν πάσαις ταις γραφαίς», ήταν το αποκορύφωμα των όσων τους είχε διδάξει σε όλο το διάστημα της διακονίας Του.
Σε πολλές περικοπές υπάρχουν εμφαντικές δηλώσεις Του ότι είχε έρθει για να εκπληρώσει τις Γραφές. Αλλά, αυτά ήσαν μόνο ό,τι μπορούσε να φανεί στην επιφάνεια από μια πεποίθηση που βρίσκεται κάτω από όλη τη διδασκαλία Του, σχετικά με την απο­στολή Του. Είχε έρθει για «να εκπληρώσει», και υπήρχε μια θεία απαίτηση γι' αυτό που ήταν γραμμένο. Έπρεπε να εκπληρωθεί.
Επομένως, ο Χριστιανός είναι ένας οπαδός Εκείνου για τον Οποίο η Παλαιά Διαθήκη ήταν αναντίρρητα ο αυθεντικός λόγος του Θεού. Ο Ιησούς πίστευε στις διαβεβαιώσεις του, ενέκρινε τη διδασκαλία του, υπάκουε στις εντολές του, και πρόσφερε τον εαυτό Του για να εκπληρωθεί το πρότυπο της απολύτρωσης που καθόριζε. Είναι καθαρή ασυνέπεια για κάποιον, που καλεί τον Ιησού «Κύριο», να σκέφτεται ελαφρά γι' αυτές τις Γραφές, που για Κείνον ήσαν η υπέρτατη αποκάλυψη του Θεού»

Θέλοντας μάλιστα να απαντήση και στο υποτιθέμενο ερώτημα εάν η Καινή Διαθήκη επιδοκιμάζει την Παλαιά, γράφει:

«Είναι περιττό να πούμε ότι και το υπόλοιπο της Καινής Διαθή­κης επιδοκιμάζει απόλυτα την άποψη του Ιησού σχετικά με την Παλαιά Διαθήκη. Συνεχείς αναφορές και παραπομπές στην Πα­λαιά Διαθήκη δείχνουν την ίδια πεποίθηση στη διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης για την αποκάλυψη του χαρακτήρα του Θεού και των σκοπών Του.
Ήταν ο Θεός που μίλησε μέσω των προφητών, διακηρύττει ο συγγραφέας της προς Εβραίους Επιστολής. Πράγματι, ο Παύλος στον Τιμόθεο λέει: «Όλη η γραφή είναι θεόπνευστη». Η Παλαιά Διαθήκη είναι το μήνυμα του Θεού.
Είναι περιττό να πούμε ότι και το υπόλοιπο της Καινής Διαθή­κης επιδοκιμάζει απόλυτα την άποψη του Ιησού σχετικά με την Παλαιά Διαθήκη. Συνεχείς αναφορές και παραπομπές στην Πα­λαιά Διαθήκη δείχνουν την ίδια πεποίθηση στη διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης για την αποκάλυψη του χαρακτήρα του Θεού και των σκοπών Του.
Ήταν ο Θεός που μίλησε μέσω των προφητών, διακηρύττει ο συγγραφέας της προς Εβραίους Επιστολής. Πράγματι, ο Παύλος στον Τιμόθεο λέει: «Όλη η γραφή είναι θεόπνευστη». Η Παλαιά Διαθήκη είναι το μήνυμα του Θεού.
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι η Καινή Διαθήκη δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στο τι η «Γραφή» λέει και τι ο Θεός λέει. Οι παραπομπές της Παλαιάς Διαθήκης δίνονται σαν αυτά που ο Θεός είπε, ακόμα κι αν ο Θεός δεν μιλούσε προσωπικά μέσα στο πλαίσιο της Παλαιάς Διαθήκης. Ανάλογα λόγια, που ειπώθηκαν από τον Θεό μέσα στην αφήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, αποδίδονται στη «Γραφή»; Όπου ο Ιησούς άνοιγε το δρόμο στην απο­δοχή της Παλαιάς Διαθήκης ως λόγον του Θεού, η Καινή Διαθήκη ευχαρίστως ακολουθούσε.
Αν εμείς βάζουμε τη δική μας κρίση ή τις πατροπαράδοτες πα­ραδόσεις μας πάνω από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη χωρι­ζόμαστε από τον Θεό και τους αποστόλους, και αποκόβουμε τον εαυτό μας από τη μοναδική μας πηγή γνώσης του Θεού…»
Θα το ξαναπούμε: Εάν αυτά ακούγονται με τόση απλοϊκότητα από έναν τόσο σημαντικό επιστήμονα, εμείς οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί «τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου