Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΒΑΘΥΤΕΡΟΙ ΛΟΓΟΙ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΒΑΘΥΤΕΡΟΙ ΛΟΓΟΙ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ:

ΠΑΛΑΙΑ  ΔΙΑΘΗΚΗ  ΚΑΙ  ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΕΣ

του Αρχιμανδρίτη Εφραίμ Γ. Τριανταφυλλοπούλου

Ιεροκήρυκα Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης

Εντεταλμένου επί θεμάτων αιρέσεων



Επεξεργασμένο κείμενο ομιλίας σε δύο μέρη που δόθηκαν στις Ιερατικές συνάξεις

 της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης κατά την περίοδο Μαρτίου - Μαΐου 2004.

Η Παλαιά Διαθήκη υποτιμάται και από χριστιανούς και από μη χριστιανούς. Το λάθος βρίσκεται στο ότι την ερμηνεύουμε ιστορικά και ηθικά και όχι θεολογικά με αποτέλεσμα να επέρχεται σύγχυση και σκανδαλισμός. Την υποτιμούμε λοιπόν διότι:

Δεν βλέπουμε σ' αυτήν τον άσαρκο -ακόμη- Ιησού Χριστό.

Η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι ένα βιβλίο πού λέει την Ιστορία των Εβραίων, αλλά ένα Ιερότατο βιβλίο πού μιλάει για τον Ιησού Χριστό. Παρουσιάζει τον Χριστό, έχει θεοφάνειές Του, μιλάει για δικαίους, πατριάρχες, προφήτες, πού είχαν θεοπτίες του Ιησού Χριστού, του δευτέρου εκ των προσώπων της Αγίας Τριάδος και αναφέρει τις θεοπτίες τους αυτές. Το να την παρουσιάζουμε να μας μιλάει για ένα Θεό οργισμένο και κεραυνοβολούντα είναι αιρετική απόκλιση μάλιστα γνωστική, μαρκιωνιστική ακριβέστερα, διότι κυρίως οι γνωστικοί μιλούσαν για καλό και κακό Θεό.

Η Παλαιά Διαθήκη λοιπόν είναι βιβλίο δράσεως του Ιησού Χριστού πριν ακόμη σαρκωθεί, ο Όποιος εμφανιζόταν μεταξύ των ανθρώπων ως άσαρκος Υιός του Θεού, σαν να βιαζόταν να λάβει σάρκα και να μας συναντήσει. Καταχρηστικώς βέβαια μιλάμε για Ιησού Χριστό πριν τη σάρκωση Του γιατί «ότε γέγονεν σαρξ ο Λόγος, τότε και ωνομάσθαι λέγομεν αυτόν Χριστόν Ιησούν»10. Στην Παλαιά Διαθήκη εμφανίζεται με την έκφραση «ο άγγελος του Κυρίου» (MAL’ ΑΚ-JΑΗVΕ στο εβραϊκό) ένα μυστηριώδες πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται ως Θεός και ονομάζεται ενίοτε ρητώς «Γιαχβέ».


Στην παλαιά μελέτη του με τίτλο «MAL’ ΑΚ-JΑΗVΕ», ο καθηγητής Βασίλειος Βέλλας έχοντας υπόψη βασικά πατερικά κείμενα, αποδεικνύει ότι ο εμφανιζόμενος ως άγγελος Κυρίου είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Πατρός11. Αυτός στο (Ήσ. 9,6) ονομάζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», στο δε (Μαλ. 3,1) χαρακτηρίζεται ως ο «άγγελος της διαθήκης». «Άγγελος» επειδή μας ανήγγειλε την «πατρικήν βουλήν κατά την αυτού φωνήν» λέει ο Θεοδώρητος12.

Πρόκειται περί προσώπου της Θεότητας αφού το πρόσωπο αυτό ονομάζεται «Γιαχβέ». Ας δούμε το (Γεν. 22,11-12). Ο άγγελος του Κυρίου λέει στον Αβραάμ: «Αβραάμ, ... νυν έγνων ότι φόβη συ τον Θεόν και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι' εμέ». Δηλαδή εδώ ο άγγελος και διακρίνεται από το Θεό αλλά και ταυτίζεται. Μία η ουσία, διαφορετικές οι υποστάσεις. Ο Αβραάμ εδώ λοιπόν είχε θεοπτία! Είδε τον άσαρκο -ακόμη- Υιό του Θεού! Γι' αυτό και ο Κύριος είπε σχετικά μ' αυτό το γεγονός: «Αβραάμ ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν και εΐδε και εχάρη»! (Ιωάν. 8,56).

Ο Ιακώβ όταν ετοιμάζεται να φύγει από τη Μεσοποταμία είπε: «είπε μοι ο άγγελος του Θεού καθ' ύπνον, εγώ ειμί ο Θεός, ο οφθείς σοι εν τόπω Θεού». (Γεν.31,11).

Άλλη θεοφάνεια του αγγέλου του Κυρίου έχουμε στο (Εξ. 3,2-21) οπού ο Μωυσής βρίσκεται ενώπιον της φλεγόμενης και μη καιομένης βάτου: «Ώφθη δε αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός και είπεν: εγώ ειμί ο Θεός του πατρός σου...». Άλλες θεοφάνειες βλ. Ίησ. Ν. 5,13-15, Κριτ. 2,1-5.

Άλλα ενώ οι άγιοι Πατέρες μας ομόφωνα συμφωνούν ότι ο άγγελος του Κυρίου πού εμφανίζεται είναι ο άκτιστος Λόγος του Θεού -άσαρκος- ο Ιερός Αυγουστίνος ερμηνεύει λανθασμένα ότι πρόκειται για κτιστό άγγελο. Το λάθος του είναι ότι δεν έκανε διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό κι επομένως αν ο άγγελος ήταν άκτιστος, αυτό θα σήμαινε για τον Ι. Αυγουστίνο φανέρωση της θείας ουσίας, όπερ άτοπον. Η ερμηνεία αυτή αποτελεί τη βάση της θεολογίας των φραγκολατίνων με συνακόλουθη υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης, αφού αυτή πια ερμηνεύεται ηθικολογικά.

Εμείς οι Ορθόδοξοι την ερμηνεύουμε θεολογικά - χριστολογικά. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Α περί του Πατρός Μωυσής λέγει, Παύλος εις τον Υιόν εκλαμβάνει, πολλήν την ισότητα δεικνύς»13.

Η Παλαιά Διαθήκη στα α' και β' κεφάλαια της Γένεσης μιλάει για το Χριστό ως Δημιουργό του κόσμου, γιατί «πάντα δι' αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν». (Ίωάν. 1,3) και «εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα». (Κολ. 1,16). Ο προφήτης Βαρούχ πάλι, παρουσιάζοντας το Θεό ως νομοθέτη στο Σινά, λέει: «εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης και έδωκεν αυτήν Ιακώβ» και στον επόμενο στίχο: «μετά ταύτα επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (3, 37-38), δηλαδή ο Θεός είναι ο Χριστός μας!

Σχολιάζοντας ο απ. Παύλος το (Εξ. 17,5-6) και (Αριθμ. 20,7-11) οπού ο Μωυσής χτυπάει με τη ράβδο του την πέτρα, τον βράχο και πίνει νερό ο λαός, κάμει χριστολογική ερμηνεία: «έπινον εκ της πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, ή δε πέτρα ην ο Χριστός» (Α' Κορ. 10,1-4).

Ενώ η Παλαιά Διαθήκη λέει ότι οι Ισραηλίτες στην έρημο επείρασαν τον Γιαχβέ και περιέπεσαν σε ποικίλους πειρασμούς (Ταλ. 77,18-20), ο απ. Παύλος λέει ότι έπείρασαν τον Χριστό και «υπό των όφεων απώλοντο» (Α' Κορ. 10,1-4). Άρα ο Γιαχβέ είναι ο Χριστός.

Ο Χριστός μας λοιπόν ασάρκως φανερούται στην Παλαιά Διαθήκη και ενσάρκως στην Καινή. Όπως λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «και προ της παρουσίας της ενσάρκου πάντα αυτός (ο Χριστός) ωκονόμει και πάντα αυτός έπραττε, νομοθετών, προνόων, κηδόμενος, ευεργετών»14. Και άλλου: «δυο διαθήκαι και δυο παιδίσκαι και δυο άδελφαί τον ένα Δεσπότην δορυφορούσιν. Κύριος παρά προφήταις καταγγέλεται, Χριστός εν Καινή κηρύσσεται... ουκ εσβέσθη τα παλαιά, ηρμηνεύθη γαρ εν τη Καινή»15. Και άλλου πιο όμορφα: «...και εν τη Παλαιά προηγείται νόμος και ακολουθούσιν προφήται, και εν τη Καινή... προηγείται το Ευαγγέλιο και ακολουθούσιν απόστολοι»16.

Υποτιμούμε λοιπόν εν πρώτοις και οι εντός της Εκκλησίας την Παλαιά Διαθήκη γιατί δεν την ερμηνεύουμε χριστολογικά, κατ επίδραση αυγουστίνεια φραγκολατινική, εκτός πού ερμηνεύουμε νομικά το προπατορικό αμάρτημα όπως οι λατίνοι, σαν ένοχη δηλαδή του Αδάμ η οποία κληρονομείται στους απογόνους του. Συνακόλουθα υποτιμούμε και το λαό της Παλαιάς Διαθήκης.

Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας όμως, οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης ήταν φίλοι του Θεού ακόμη και πριν από την καταλλαγή της σταυρικής θυσίας του Χριστού στο Γολγοθά, γιατί το μυστήριο του Σταυρού ενεργείτο και σ' αυτούς. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει στην ΙΑ' ομιλία του «Εις τον τίμιον και ζωοποιόν Σταυρόν»17, ότι φίλοι του Θεού υπήρχαν και πριν το Σταυρό, την καταλλαγή επί του Γολγοθά δηλαδή. Αναφέρει για παράδειγμα ο Δαυίδ: «εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός». Πώς οι προ του Σταυρού είναι φίλοι του Θεού; Με τον ίδιο τρόπο πού ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ομιλεί περί του Αντίχριστου σαν να έχει ήδη έρθει: «και νυν αγαπητοί ο αντίχριστος εν τω κοσμώ εστίν ήδη» (Ιωάν. α' 4,3). Έτσι και ο Σταυρός υπήρχε προγενέστερα (πριν το Γολγοθά).

Η πατερική άποψη λοιπόν λέει ότι υπήρχε σωτηρία και στην Παλαιά Διαθήκη δια του αγγέλου του Θεού. Οι σύγχρονοι του αγίου Χρυσοστόμου πολεμώντας την Παλαιά Διαθήκη έλεγαν γι' αυτήν ότι «ουκ εισάγει εις την βασιλείαν». Ο άγιος ο όποιος δεχόταν τη σωτηρία του προ Χριστού κόσμου δια της Παλαιάς Διαθήκης τους άπαντα: «και ο Λάζαρος δε των μεγάλων επάθλων απολαύων, εν τοις εκείνου (Αβραάμ) κόλποις φαίνεται ενδιαιτώμενος. Και πάντες, όσοι μεθ' υπερβολής έλαμψαν εν τη Παλαιά, δια ταύτης έλαμψαν άπαντες»18. Η εις Άδου Κάθοδος βέβαια του Κυρίου μας, τακτοποίησε τα πάντα.

Άλλα και όσα έγιναν στην Παλαιά Διαθήκη, για χάρη του Χριστού έγιναν σύμφωνα με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά19: «όταν λοιπόν ο Πατήρ είπε από πάνω για τον κατά σάρκα βαπτιζόμενο -ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα (Ματθ. 3,17)- έδειξε ότι όλα εκείνα πού είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες, οι υιοθεσίες, ήταν ατελή και δεν ειπώθηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το κυρίως θέλημα του Θεού, αλλά απέβλεπαν στον παρόντα σκοπό, στον ίδιο τον Χριστό και με αυτά πού τώρα γίνονται τελειοπούνται και τα παλαιά εκείνα. Μα γιατί περιορίζομαι μόνο στις προφητείες, νομοθεσίες, επαγγελίες, υιοθεσίες; Και η ίδια η δημιουργία του κόσμου, στο Χριστό απέβλεπε, ο οποίος τώρα κάτω βαπτίζεται ως υιός ανθρώπου, από πάνω όμως μαρτυρείται ως μόνος αγαπητός Υιός Θεού από τον οποίο έγιναν τα πάντα και για τον οποίο έγιναν τα πάντα, όπως λέγει και ο Απόστολος (Εβρ. 2,10). Συνεπώς και η εξαρχής δημιουργία του ανθρώπου γι' Αυτόν έγινε, για το Χριστό, και γι' αυτό ο Αδάμ πλάστηκε κατ' εικόνα του Θεού, για να μπορέσει κάποτε να χωρέσει το αρχέτυπο. Άλλα και ο νόμος της υπακοής (με τον καρπό στον Παράδεισο), γι' Αυτόν δόθηκε, πού έκανε τέλεια υπακοή. Αλλιώς δε θα χρειαζόταν ο νόμος της υπακοής στον Παράδεισο, αν δεν επρόκειτο να εφαρμοσθεί ποτέ. Και όλα αυτά πού μετέπειτα ειπώθηκαν από το Θεό κι εκπληρώθηκαν όλα σχεδόν, γι' Αυτόν έγιναν, θα τολμήσω να πω και όλα τα υπερκόσμια, οι άγγελοι και τα αγγελικά τάγματα και οι ουράνιες θεσμοθεσίες έγιναν γι' αυτό το σκοπό, για την κατά σάρκα οικονομία του Θεού Λόγου την οποία υπηρέτησαν από την αρχή ως το τέλος». Δηλαδή με άλλα λόγια, ο άγιος μας λέγει ότι ο Χριστός ως Λόγος του Θεού, είναι η αιτία και ο σκοπός του σύμπαντος κόσμου.

Ο Θεός λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης είναι ένας Θεός αγάπης. [Ως Κύριος Παντοκράτωρ δεν ανέχεται προσκύνηση άλλου Θεού καθώς ρητά τονίζει στις πρώτες εντολές, εκλαμβάνει δε την απιστία και την ειδωλολατρία ως πορνεία: «αρχή πορνείας επίνοια ειδώλων» (Σοφ. Σολ. 14,12) και «επόρνευσαν οπίσω θεών» (Α' Παραλ. 5,25). Παραπονείται, παραπικραίνεται, θέλει μπροστά στην υπέρμετρη αγάπη Του προς τον λαό Του ν' ανταποκρίνονται και οι πιστοί με την ανάλογη προς Αυτόν αγάπη. Αυτό είναι το θέλημα Του, η αποκάλυψη του εαυτού Του και η αντίστοιχη ανταπόκριση του ανθρώπου με την τήρηση των εντολών Του, πράγμα πού μέχρι σήμερα ισχύει. Συνεπώς ο Νόμος Του, η Τορά, δεν είναι μία νομικίστικη δικανική αντίληψη οπού ο άνθρωπος υποχρεώνεται να πειθαρχήσει άβουλα και άνευ ορών, αλλά είναι σχέση αγάπης, ελευθερίας και κοινωνίας μαζί Του αφού ο Θεός είναι φύσει καλός. Ο Νόμος έστω και ατελής καθίσταται «παιδαγωγός εις Χριστόν» (Γαλ. 3,24) και δεν παρερμηνεύεται. Ούτε απορρίπτεται όπως νομίζουν οι Προτεστάντες, ούτε τυποποιείται όπως νομίζουν οι Εβραίοι και οι Παπικοί. Εφαρμογή του Νόμου σημαίνει θεία ζωή και θεοκοινωνία]20.

Είναι γεμάτη σκάνδαλα.

Μερικά απ' αυτά είναι: η διήγηση του Αβραάμ και της Σάρας στην Αίγυπτο (Γεν. 12, 10-20), του Ισαάκ και της Ρεβέκκας στα Γέραρα (Γεν. 20,1-18. 26,1-14), η αιμομιξία του Λωτ με τις θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38), η συνεύρεση του Ρουβήμ με τις παλλακίδες του πατέρα του Ιακώβ (Γεν. 35-21), το αίσχος των Σοδομιτών (Γεν. 19,1 κ.έξ.), η σκανδαλώδης συνεύρεση Ιούδα-Θάμαρ (Γεν. 38,1-30). Αναφέρονται επίσης πόλεμοι και φόνοι, η λατρεία δε συνήθως γίνεται με κνίσσα θυσιών.

Η Παλαιά Διαθήκη είναι βιβλίο ρεαλιστικό. Ο Θεός μιλάει στον πεσμένο άνθρωπο με τη γλώσσα του: είναι τραχιά λόγια πού απευθύνονται σε ασθενείς και βαρέως αμαρτάνοντας. Οι τότε άνθρωποι είναι ατελείς πνευματικώς σε σχέση με μας. Ο Θεός δέχεται και τη λατρεία τους (με κνίσσες), πράγμα ανάξιο γι' Αυτόν, αλλά «συγκαταβαίνει στην ατέλεια των ανθρώπων των χρόνων εκείνων»21.

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, όταν ερευνούμε τα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, το περιβάλλον και τα δεδομένα της εποχής τους, όχι αυτά της εποχής μας. Η πολυγαμία και η αιμομιξία ήταν νόμιμα και αναπόφευκτα κάποια εποχή. Ισχύει το ανδρικό πολυγαμικό σύστημα και δεν υπάρχει απαγορευτικός νόμος γι' αυτό22. Την πολυγαμία συναντούμε στο γενεαλογικό δένδρο του Κάϊν, αν και συνήθως αποφεύγεται. Την εποχή των Κριτών, αλλάζει η παλιά νομοθεσία. Η διγαμία αναγνωρίζεται ως νομικά σωστό γεγονός, οι βασιλείς διαθέτουν χαρέμι, ενώ οι κοινοί θνητοί έπρεπε να αρκεστούν σε μία ή δυο γυναίκες23. Σε μεταγενέστερη εποχή έχουμε τη μονογαμία, υστέρα την εγκράτεια στο γάμο (Σοφ. Σειρ. 23,6) έπειτα δε, κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης, γίνεται λόγος για παρθενία, ως μία «υπέρ φύση κατάσταση»24.

Η σαρκολατρεία και η ειδωλολατρία όμως, ήταν παράνομες και τότε και σήμερα. Και οι Σοδομίτες καταδικάζονται λόγω παρά φύσιν σχέσεων, και οι άνθρωποι της εποχής του Νώε (προ του κατακλυσμού) «δια το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. 6,3). Επομένως οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν θα κριθούν από το Θεό με τα σημερινά δεδομένα.

Ο Αβραάμ αποκρύπτει ότι η όμορφη Σάρα (πού είναι και ετεροθαλής αδελφή του) είναι σύζυγος του, στο Φαραώ και τον Αβιμέλεχ, όχι -φυσικά- για να γίνει... προαγωγός της(!), αλλά από φόβο μήπως τον σκοτώσουν για να του την αρπάξουν, όπως συχνά τότε συνηθιζόταν. Αίτιο λοιπόν είναι ο φόβος του θανάτου, αναφέρει και η Γραφή (Γεν. 20,11-12). Ασχέτως με τη δειλία του θανάτου πού δεν αρέσει στο Θεό, ο Αβραάμ εμφανίζει στον υπέρτατο βαθμό τις αρετές της ξενιτείας και της αμεριμνίας, υπακούοντας δίχως εσωτερικό αντίλογο στην εντολή του Θεού «έξελθε εκ της γης σου... και δεύρο εις γην ην αν σοί δείξω» (Γεν. 12,1). Φεύγει από τη Χαρράν με κατεύθυνση προς το άγνωστο, μαζί με την οικογένεια του (σύζυγο, περιουσία), περιμένοντας με υπομονή την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού περί πλήθους απογόνων -άτεκνος αυτός- προτιμώντας στο τέλος, βυθισμένος σε θεοπτία, να θυσιάσει το γιο του Ισαάκ, χάριν του Θεού.

Η Παλαιά Διαθήκη τα σκάνδαλα τα κατηγορεί, δεν τα επαινεί (Γέν. 19,11 εξ. 34,30), ούτε αποδίδει στο Θεό ασέλγειες και ακατονόμαστες πράξεις, όπως οι αρχαίοι "Έλληνες στους Ολύμπιους θεούς, κάνοντας τους κατόπιν δασκάλους στη μοιχεία, την πορνεία και την παιδεραστία.25 Ας μη όμως σχολιάσουμε τα τεκταινόμενα στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ονομαστά και ακατονόμαστα.

10.Ιω. Δαμασκηνού «Έκδοσις ακριβής περί της Ορθοδόξου Πίστεως» εκδ. ΕΠΕ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ.

11.Άρχιμ. Ιερεμίου Φούντα «Η Παλαιά Διαθήκη πολεμουμένη και απολογουμένη» περιοδ. ΘΥΜΙΑΜΑ, τεύχ. 34, Αθήνα 2003, σελ. 8 κ.ε.

12.Θεοδώρητος Κύρρου «Ερμηνεία κατ' εκλογήν εις τον Ησαΐαν» ΡG 81, 296.

13.Ιω. Χρυσοστόμου «Ομιλία εις τον Η' Ψαλμόν» ΡG 55, 120.

14.Ιω. Χρυσοστόμου « Προς τέ Ιουδαίους και Έλληνας απόδειξις ότι...» ΡG 48, 815.

15.Βλ. παραπ. 8.

16.Ιω. Χρυσοστόμου «Ομιλία Γ περί δημιουργίας του κόσμου» ΡG 56, 433.

17.Γρηγορίου του Παλαμά «ΙΑ' Ομιλία εις τον   Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν» ΕΠΕ 9,281 κ.ε.

18.Ιω. Χρυσοστόμου «Ομιλία XVI   δ'   εις   το κατά Ματθαίον». ΡG 57, 244.

19.Γρηγορίου του Παλαμά «Λόγος εις την εορτήν των Φώτων.» ΕΠΕ, 11,532-537.

20.Βλ. παραπ. 4.

21.Ιω. Χρυσοστόμου, «Ομιλία XVII εις το κατά Ματθαίον» ΡΟ 57,261.

22.Θεοδωρήτου Κύρρου, «Απορία εις την Α' Βασιλειών» έρωτ. β', ΡG 80, 532 ΑΒ.

23.Ι.Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Μικροκάστρου «Η εν Χριστώ τελείωση της γυναίκας» σελ. 16.

24.Μεθοδίου Ολύμπου «Συμπόσιον ή περί αγνείας» Λόγος α Π, ΒΕΠ   18, 19.5 εξ.

25.Μέγ. Αθανασίου «Λόγος κατά Ελλήνων» ΒΕΠ 30,40 42.53- Γρηγορίου του θεολόγου «Λόγος προς τον Ιουλιανό περί του αίσχους των Ολυμπίων θεών» ΡG 35, 705.

26.Ιω· Χρυσοστόμου «Ομιλία εις την αποστολικήν ρήσιν» ΡG 51, 286.


ΕΝΔΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ



ΕΝΔΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ   ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ
ΤΗΣ   ΠΑΛΑΙΑΣ   ΔΙΑΘΗΚΗΣ
Αρχιμανδρίτης Σαράντης Σαράντος
Καθηγητής Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής

  
Η Νέα Εποχή βάλλει κατά της Παλαιάς Διαθήκης
Η Νέα Εποχή επιδιώκει, πάση θυσία, να εμφανίζεται παντού και πάντοτε με το καλύτερο, γοητευτικότερο και εκσυγχρονιστικότερο πρόσωπο. Ίσως η πρώτη προτεραιότητα των σχεδιαστών της Νέ­ας Εποχής να είναι εκκλησίες γεμάτες, αλλά με αλλοτριωμένη την Ορθόδοξη πίστη. Εκκλησία με πλήθος κόσμου, αλλά με άλλες αρχές, άλλο ήθος, άλλη κοσμική νοοτροπία. Εκκλησία που εύκολα και άνε­τα μπορεί να εξομοιωθεί με την παναίρεση του Παπισμού, το χάος του Προτεσταντισμού και με το ψεύδος όλων των άλλων θρησκειών. Ύψιστη φιλοδοξία της Νέας Εποχής επομένως είναι η εξομοίωση της Ορθόδοξης Θεανθρωπολογίας με όλα τα ουμανιστικά θρησκευτικά συστήματα και η ουσιαστική συμμετοχή της στο πανόραμα της Πανθρησκείας μέσω του υπαρκτού και αενάως δρώντος Οικουμενισμού.
Μέθοδος πολεμικής της Νέας Εποχής η διγλωσσία
Μέθοδος και τακτική της Νέας Εποχής είναι η διγλωσσία ή η πολυγλωσσία, μέσω των οποίων επιδιώκει να σπέρνει την αμφιβολία και την αμφισβήτητη στη μεγαλειώδη και αριστουργηματική θεία Λατρεία μας, η οποία εκφράζει, θεοπνεύστω λογική, τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, την ανθρωπολογία της, την κοσμολογία και την εσχατολογία της. Χαρακτηριστικό δείγμα τέτοιας δίγλωσσης νοοτροπίας είναι το Υπόμνημα του Μητροπολίτου πρώην Κοζάνης κυρού Διονυσίου, μέσα στο οποίο και γενικά επαινείται η λειτουργι­κή μας Παράδοση, αλλά και βήμα-βήμα πολυβολείται η γλώσσα της λατρείας μας, η Βυζαντινή Μουσική, το τυπικό, οι Ιεροψάλτες, ο λα­ός και οι κληρικοί με τη συντεχνιακή συμπεριφορά τους. Έτσι όχι μόνο από αυτό το χαρακτηριστικό δείγμα, αλλά και από άλλες κατευ­θύνσεις, άμεσα ή έμμεσα νεοεποχίτικες, εισάγεται και καλλιεργείται η αμφισβήτηση γι’ αυτό τον αγιασμένο χώρο της θείας Λατρείας μας, που κατά τις προηγούμενες γενιές κληρικών και λαϊκών βρισκόταν στο απυρόβλητο της εκσυγχρονιστικής -τάχα επιστημονικής- κριτικής νοοτροπίας.
Απομάκρυνση του Ψαλτηρίου από τις Ιερές Ακολουθίες
Ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι της θείας Λατρείας μας, το Ψαλτήριο, που είχε και έχει θεμελιακή θέση σ’ αυτήν, πολεμείται τό­σο από τους θεσμικούς ανανεωτές όσο και από τους αδαείς περί τη λατρεία κληρικούς και ιεροψάλτες.
Τα καθίσματα του Ψαλτηρίου στην αρχή της ιεράς Ακολουθίας του Όρθρου και του Εσπερινού, με ένα πολύ απλό, φυσικό και διακρι­τικότατο τρόπο εισάγουν τον πιστό, τον κάθε πιστό, από τον κόσμο και την αθεωμένη λογική του στο ισόγειο του λατρευτικού οικοδομήμα­τος. Η απλή ανάγνωση του ιερού Ψαλτήρος που γίνεται χύμα, δηλ. ευανάγνωστα και χωρίς απαγγελία από τον έμπειρο θεσμοθετημέ­νο αναγνώστη, δίνει τη δυνατότητα στον ακροατή πιστό να συνάξει τον εσκορπισμένο νού του και να τον οδηγήσει στα ανώτερα δώμα­τα της θείας Λατρείας.
Οι πολύ ζωντανές εικόνες, παρμένες από τη χριστοποιούμενη πραγματικότητα του παρόντος κόσμου, οι μεταφορές και οι παρομοιώ­σεις, τα αριστουργηματικά γλωσσικά και λογοτεχνικά στοιχεία του Ψαλτηρίου, αποτελούν αναντικατάστατη πνευματική τροφή που αφυπνίζει από το λήθαργο της κοσμικοποιημένης ζωής και αναζωογονεί την τραυματισμένη και αιμάσσουσα από την αμαρτία ψυχή κάθε πι­στού, κάθε ακροατή.
Αξιολόγηση του Ψαλτηρίου
Εμείς οι ορθόδοξοι κληρικοί και λαϊκοί είμαστε τυχεροί, γιατί στο πρώτο μέρος της θείας Λατρείας μας -Όρθρου και Εσπερινού και των Παρακλητικών κανόνων- έχουμε τη χαρισματική ευκαιρία να διαπιστώνουμε τη διαχρονικότητα της Εκκλησίας μας. Οι ρίζες της και τα θεμέλιά της βρίσκονται χίλια περίπου χρόνια προ της ελεύσεως του Κυρίου μας επί της γης, προ της ενανθρωπήσεώς Του. Μαθαί­νουμε ότι αυτό το ιερό κείμενο του Ψαλτηρίου έγινε ανάγνωσμα μέ­σα στη συναγωγή της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο είχε την ευκαι­ρία να ακροασθεί και ο ίδιος ο Κύριός μας και με αφορμή αυτόν τον ιερό Ψαλτήρα να οικοδομήσει το νέο κήρυγμά του προς προετοιμα­σία και συγκρότηση του Σώματός Του, του Σώματος της Εκκλησίας.
Σύμφωνα με το Τυπικό της Εκκλησίας μας μέσα σε μια εβδομά­δα διαβάζεται ολόκληρο το Ψαλτήριο, κατανεμημένο στα καθίσμα­τα, τα περισσότερα κατά την ιερά Ακολουθία του Όρθρου και λιγότερα κατά την ιερά Ακολουθία του Εσπερινού.
Το Ψαλτήριο και ο γέροντας Πορφύριος
Στα βιβλία που έχουν γραφεί για το θεοφώτιστο γέροντα π. Πορφύριο αναφέρεται η σχέση του με το ιερό Ψαλτήριο. Όταν πρωτοπήγε στο Άγιο Όρος, οι γέροντες τον έβαλαν στην ιερά Ακολουθία να διαβάσει τα καθίσματα του Ψαλτηρίου. Αυτός όμως δεν μπορού­σε να διαβάσει ούτε μια λέξη, ούτε την πρώτη λέξη Μακάριος, την οποία και συλλάβιζε: Μα-κά-ρι-ος. Η υπακοή, η υπομονή και η συνε­χής άσκηση τον έμαθαν όχι μόνο να διαβάζει ευανάγνωστα, αλλά και να ετυμολογεί εις άπειρον πνευματικόν βάθος τα θεία νοήματα και βιώματά του, αλλά και μεταγενέστερα να στηρίζει την εν Χρι­στώ πνευματική καθοδήγηση των πιστών πάνω στο ιερό Ψαλτήριο, σαν να είναι θεόπνευστο πατερικό κείμενο. Και φυσικά είναι θεό­πνευστο, ισοστάσιο και ισόκυρο της Καινής Διαθήκης κείμενο, αφού αποτελεί και το πιο αντιπροσωπευτικό πνευματικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, την οποία ανεπιφύλακτα και αφειδώς χρησιμοποιεί κατά τη θεία Λατρεία η Ορθόδοξη Εκκλησία μας.
Ψαλτήριο - Παρακλητική
Ο Άγιος Γέροντας συνήθιζε και όταν βρισκόταν στα Καλλίσια και στο Μήλεσι, εκτός βέβαια της θείας Λατρείας, να βάζει κάποιους μέσα στο κελλάκι του να του διαβάζουν από το Ψαλτήριο η από την Παρακλητική εναλλάξ, γιατί θεωρούσε και τα δύο αυτά ιερά κείμενα ως θεραπευτικά δια παν είδος πνευματικής, ψυχικής, γιατί όχι και σωματικής ασθενείας. Ήθελε μάλιστα να γίνεται η ανάγνωση με ένα σωστό τόνο, έτσι ώστε η όλη προσωπικότητα του εξομολογηθέντος πιστού να συγκροτείται από την ανάγνωση και να φεύγει παίρνοντας μαζί του ως ιερό θεραπευτικό κανόνα το Ψαλτήριο και την Παρακλη­τική.
Οι πνευματικοί πατέρες και το Ψαλτήριο
Πολλοί άλλοι πνευματικοί πατέρες ανά την Αγία Ορθοδοξία μας συνιστούν και στα νεόφυτα πνευματικά τέκνα τους και στα πιο κα­ταρτισμένα να εντρυφούν και κατ’ ιδίαν στη μελέτη του ιερού Ψαλ­τηρίου, οι μεν πρώτοι για εδραίωση στην εν Χριστώ πνευματική ζωή, οι δε δεύτεροι για διατήρηση και αύξηση της θείας Χάριτος.
Ο Ιερός Χρυσόστομος και ο Μέγας Βασίλειος για το Ψαλτήριο
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος και πολ­λοί άλλοι Πατέρες, όχι μόνο έχουν ερμηνεύσει το κείμενο του ιερού Ψαλτηρίου, το οποίο και θεωρούν θεόπνευστο, αλλά και μέσα από τους λόγους τους φαίνεται ο ίδιος κοινός φωτισμός του Αυτού Αγίου και Τελεταρχικού και Φωτιστικού Πνεύματος, το οποίο φωτίζει και τον ιερό συγγραφέα, τον Προφητάνακτα Δαυίδ, και τους ερμηνευτές άγιους Πατέρας, ώστε να καθοδηγούν το ποίμνιο της Εκκλησίας. Διαβάζοντας την ερμηνεία του ιερού Χρυσοστόμου στο Ψαλτήριο, για παράδειγμα, βεβαιωνόμαστε ότι και ο Δαυίδ και ο ιερός Χρυσόστο­μος έχουν κοινή πνευματική καταγωγή, κοινούς ιερούς λογισμούς, κοι­νά βιώματα, πνευματική συγγένεια. Διαβάζοντάς τους αμφοτέρους νομίζεις ότι έζησαν την ίδια εποχή και αντιμετώπισαν από κοινού τα ίδια ποιμαντικά προβλήματα.
Ο Δαυίδ πατέρας του Ψαλτηρίου
Μεγίστη σημασία δίνει ο ιερός Χρυσόστομος στην αγιαστική δύ­ναμη της μετανοίας και από προσωπική εμπειρία και από τη γνώση των ενδομύχων των ψυχών των ποιμαινομένων του. Ακριβώς τα ίδια βιώματα απολυτρωτικής μετανοίας μετά από τα γνωστά προσωπικά του παθήματα-αμαρτήματα φέρνει ο Προφητάναξ στο φως της ανά τους αιώνες διαχρονικής δημοσιότητος.
Είναι μεγάλη αδικία για την πάμπλουτη λειτουργική μας Παρά­δοση να παραμερίζουμε χωρίς ενοχές το ιερά Ψαλτήριο από τις ιερές Ακολουθίες μας και να καταδικάζουμε εαυτούς και αλλήλους στην πνευματική ορφάνια.
Τουρκοκρατία - Ψαλτήριο
Και ας μη ξεχνάμε ότι οι βασανισμένοι κάτω από την τουρκοκρα­τία πρόγονοί μας επιβίωσαν με σωσίβιο λέμβο την Εκκλησία μας και με οδηγητικά κουπιά σ’ ολόκληρη την παιδεία τους το ιερά Ψαλτήριο και την Παρακλητική.
Τα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης στους πανηγυρικούς Εσπερινούς
Η ενδοεκκλησιαστική υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης φαίνε­ται και από την αυθαίρετη μείωση ή τελεία απομάκρυνση των παλαιοδιαθηκικών αναγνωσμάτων από τους Εσπερινούς μεγάλων Εορτών Δεσποτικών, Θεομητορικών ή Αγίων. Κρίμα επίσης που πα­ραλείπουμε τα περισσότερα παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα του Με­γάλου Σαββάτου και αρκούμαστε μόνο στα τρία.
Τα αναγνώσματα των Μεγάλων Εσπερινών είναι επιλεγμένα από τη Γένεση, από τα προφητικά και διδακτικά Βιβλία ή από άλλα ιστορικά, μεστά όλα δυνατών μηνυμάτων άκρως παιδαγωγικών. Επί­σης μεγίστης παιδαγωγικής και πνευματικής σημασίας είναι τα κεί­μενα των οκτώ Ωδών της Παλαιάς Διαθήκης που περιλαμβάνονται στο Μέγα Ωρολόγιο και κανονικά με σειρά πρέπει να διαβάζονται στον Όρθρο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ή πρέπει να προηγούνται ως οδηγητικοί και συνδετικοί στίχοι πριν από κάθε τροπάριο των υμνολογικών κανόνων, οι οποίοι κανόνες αποκαλύπτουν το μεγαλείο της θείας Λατρείας μας. Κατά τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη εικονίζουν την απίστευτη για μας, τους μη πεπαιδευμένους λειτουρ­γικά, λαμπρότητα της ουράνιας θείας Λατρείας.
Ουσιαστική πνευματική εν Χριστώ ωφέλεια έχει το χριστεπώ­νυμο πλήρωμα κάθε φορά που τολμάμε αναλύσεις ερμηνευτικές, του Κυρίου συνεργούντος, των παραπάνω αναφερθέντων παλαιοδιαθηκικών κειμένων. Έκπληξη, ιερά ενθουσιασμό και χαρά αναγεννητική μαζί με ευγνωμοσύνη εκφράζουν οι πιστοί μας για τη γνωριμία με αυτά τα κείμενα, που είναι ανοιχτά παράθυρα της Βασιλείας των Ουρανών κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο.
Αλλά και χωρίς αναλύσεις οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι όταν ακροώνται κατά την ιερά Ακολουθία τα κείμενα αυτά της Παλαιάς Διαθήκης με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ροφούν ως ηδύτατο μέλι πνευματικό τις μυστικές πνευματικές βιταμίνες τους.
Πολεμική της Παλαιάς Διαθήκης από τους δήθεν Αρχαιολάτρες
Η θεόπνευστη Παλαιά Διαθήκη σήμερα πολυβολείται από τους δήθεν λάτρεις του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού ως κείμενο Εβραϊκό. Εσκεμμένα όμως εθελοτυφλούν μπροστά σ’ ένα κείμενο ελληνικό-ελληνικότατο. Θα έπρεπε, αν πράγματι είναι λάτρεις των προγο­νικών θησαυρών μας και όχι στυγνοί αιρετικοί, να εντάξουν στην αρχαιοελληνική περιουσία μας και την Παλαιά Διαθήκη, τον αμύθητο πλούτο της θαυμάσιας και θεόπνευστης ερμηνευτικής ελληνιστικής παραγωγής. Προφανέστατα κανείς απ’ αυτούς δεν έχει διαβά­σει ούτε μία φορά το ελληνικό κείμενο των Εβδομήκοντα. Οτιδήπο­τε ρυπαρό και ποταπό λέγεται κατά της Παλαιάς Διαθήκης ασφαλώς και θα προέρχεται από τα γνωστά η άγνωστα αποκρυφιστικά κέ­ντρα της Νέας Εποχής που έχουν έτοιμες κονσέρβες κατά οιουδήποτε κειμένου σχετικού με τη θεανδρικότητα του δευτέρου προσώ­που της Αγίας Τριάδος, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Επειδή δε θέλουν οι νεοεποχίτες να πολεμήσουν ανοιχτά την Καινή Διαθήκη και να φανούν ωμοί αντίχριστοι, βάλλουν κατά της Παλαιάς Διαθή­κης, η οποία προϋποθέτει συνολική γνωριμία μαζί της και σοβαρή ερμηνεία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έμμεσα σπέρνουν την αμφιβολία και κατά της Καινής Διαθήκης, αφού αμφότερες συνδέονται και, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, αλληλοπεριχωρούνται.
Ακόμη πιο λυπηρό όμως είναι ενδοεκκλησιαστικοί άνδρες να υποτιμούν, ως μη ώφειλε, την Παλαιά Διαθήκη και να επηρεάζονται από την ασέβεια.
Μια μικρή μερίδα κουλτουριάρηδων θεολόγων ή εφημερίων λειτουρ­γών της Εκκλησίας μας μιλούν υποτιμητικά για τις ευχές της γεννήσεως και του σαραντισμού, διότι κατά την εκτίμησή τους έχουν παλαιοδιαθηκική νοοτροπία. Αυτή φαίνεται: α) από φράσεις που μιλούν για προβλήματα και για καθαρμό της λεχούς όπως συνέβαινε στις αντίστοιχες ευχές της Παλαιάς Διαθήκης, β) για συγχώρεσή της όπως στην Παλαιά Διαθήκη, γ) δεν εκφράζουν χαρά και ενθουσιασμό για τη γέννηση ενός νέου ανθρώπου.
Ας δούμε μία-μία αυτές τις κατηγορίες:
 Άδικη ή αρνητική κριτική των ευχών γεννήσεως
Η αρνητική κριτική για τις ευχές της γεννήσεως είναι κενή φιλο­λογία. Γιατί μόνο οι ίδιες οι γυναίκες ξέρουν πόσο αφόρητες είναι οι ωδίνες του τοκετού, πόσο ενοχλητικές είναι οι επιλόχιες δοκιμασίες και πόσοι οι διαρκώς αναφυόμενοι κίνδυνοι για το νεογέννητο. Μό­νο αυτές αισθάνονται, μετά από τις οριακές περιπέτειες της γεννήσε­ως του μωρού τους, την προσφερόμενη χαρισματική ανακούφιση των ευχών της γεννήσεως. Οι δοκιμασίες και οι όντως οριακοί κίνδυνοι δεν επιτρέπουν στη νέα μητέρα την πολυτέλεια της κουλτουροπροβληματικής πάνω στις ευχές, αφού και τον κίνδυνο έχουν βιώσει υπαρξια­κά και την απολύτρωση και την ευχαριστία για το αίσιο γεγονός της γεννήσεως του νέου ανθρώπου. Σταυροαναστάσιμες είναι οι εμπειρίες κάθε καινούργιας μητέρας, ανάλογες με εκείνες της Παλαιάς Δια­θήκης.
Η Παναγία μας, η Κυρία Θεοτόκος, η οποία γέννησε χωρίς ωδίνες και επιλόχιες ταλαιπωρίες, δεν διανοήθηκε να αποφύγει τις ευχές περί καθαρισμού κτλ. Ούτε ο Συμεών ο Θεοδόχος αρνήθηκε να επιτελέσει τον εκκλησιασμό, το σαραντισμό της Παναγίας μας και του Κυ­ρίου μας Ιησού Χριστού με το σκεπτικό ότι Αυτός είναι ο Σωτήρας του κόσμου. Μολονότι τα χέρια του υπερήλικος Συμεών ήταν σχεδόν παραλελυμένα, παρά ταύτα απέκτησαν νεανική ισχύ για να σηκώσουν το βρέφος Ιησού που ήταν ο Σωτήρας όλου του κόσμου, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Η έννοια της συγχώρησης στις ευχές γεννήσεως
Από ευχές συγχωρητικές είναι γεμάτη η Εκκλησία μας. Όχι μό­νο η Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης αισθανόταν την ανάγκη να ζητά ενοχοποίηση, αλλά και στην εποχή της Χάριτος της Καινής Διαθήκης οι συγχωρητικές ευχές βρίσκονται σε όλες τις ιερές Ακο­λουθίες. Το-αίτημα της συγχωρήσεως είναι βαθύ πνευματικό, ψυχο­λογικό και υπαρξιακό αίτημα. Αγκαλιάζει όλο τον άνθρωπο, τον παν- άνθρωπο, ο οποίος με μικρές διαφοροποιήσεις κατά εποχές στη δομή του είναι ο Ίδιος και έχει βαθειά την ανάγκη να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με το Θεό δια της συγχωρήσεως και μετανοίας.
Η χαρά στις ευχές γεννήσεως
Η χαρά για την γέννηση του νέου ανθρώπου είναι δεδομένη. Όμως και όλο το ύφος της Παλαιάς Διαθήκης, όπως και της Καινής Διαθήκης, είναι ύφος χαράς οντολογικής, χαράς χαρισματικής και όχι ρηχής, συναισθηματικής. Η Παλαιά Διαθήκη γνωρίζει α) το αρχικό σχέδιο του Θεού και β) το σχέδιο το εναλλακτικό της οικονομίας. Γι’ αυτό, ενώ θεωρεί τη δημιουργία του νέου ανθρώπου ως μέγιστο γεγονός που έχει διαχρονικές, ασύλληπτες και αιώνιες «εις αιώνας αιώνων» διαστάσεις, όμως γνωρίζει καλά η Παλαιά Διαθήκη και αποδέχεται και η Καινή Διαθήκη, ότι όλο το γεγονός της γεννήσεως συνέβη μεταπτωτικά και επιβαρύνεται ως ενιαίο το ανθρώπινο γένος με την ένοχή της παρακοής. Αυτή η ένοχή ακυρώνεται και καθαρίζεται με την υπακοή του ανθρώπου στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, με χαρισματική πνευματική έναρξη τα δύο Μυ­στήρια του ιερού Βαπτίσματος και του αγίου Χρίσματος, που μόνο στην Αγία Ορθοδοξία μας τελούνται σωστά, και θεωρητικά και πρα­κτικά. Τα δύο Μυστήρια, Βάπτισμα και Χρίσμα, αντιστοιχούν στις δύο φύσεις του Χριστού κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, γι’ αυ­τό και αλληλοπεριχωρούνται και ως δώρα χαρίζονται ακόμα και στα αρτιγέννητα βρέφη.
Επομένως και χαρά πνευματική εκφράζουν οι ευχές της γεννήσε­ως και του σαραντισμού, αλλά και κάποια λύπη για τη μεταπτωτική κατάσταση που όλοι μας κουβαλάμε (και η λεχώνα και το αρτιγέννητο). Προσπαθούμε με τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας να αποβάλουμε το σώμα και τον άνθρωπο της παρακοής και να χριστοποιηθούμε δια της προσωπικής μας ασκήσεως και των ιερών Μυστηρί­ων.
Συνοψίζοντας συμπεραίνουμε ότι το γεγονός της γεννήσεως επι­βαρύνθηκε με τη μεταπτωτική παρακοή, αφού μετά την παρακοή και έξω από τον Παράδεισο λειτούργησε η σχέση γάμος-σεξ-κυοφορία- τοκετός-γέννηση και αυτό οι ευχές εκφράζουν ως παλαιοδιαθηκική εμπειρία. Όμως με το Μυστήριο του γάμου και με τις ευχές της γεν­νήσεως και του σαραντισμού που έχουν και την εμπειρία της Χάριτος της Κ.Δ. δίνεται το χαρμόσυνο μήνυμα της γεννήσεως του ανθρώπου που προέρχεται, έστω μέσω της μεταπτωτικής λειτουργίας του γάμου, με την ευλογία του Χριστού και της Εκκλησίας, εν αναμονή μάλιστα του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, μέσω των οποίων το νεογέννητο γίνεται και νεοφώτιστο μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, μετέχον πλέον ως ζωντανό μέλος στα Άχραντα Μυστήρια.
Αμφισβήτηση των παλαιοδιαθηκικών ευχών του γάμου
Μια πιο σοβαρή υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης διαπιστώνουμε στα πορίσματα του Δ' Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών των Ιερών Μητροπόλεων, το οποίο ασχολήθηκε με τα του γάμου και την ιερολογία του.
Δεν είναι βέβαια του θέματός μας να αναπτύξουμε την αμφι­σβήτηση που δημιουργούν τα πορίσματα του Συμποσίου στους απλούς και μόνο αναγνώστες, αφού, όπως αναφέρθηκε από κάποιους ακαδημαϊκούς και κληρικούς ομιλητές, από τον 16ο αιώνα και εντεύθεν ολοκληρώθηκε η ιερά Ακολουθία αρραβώνος και γάμου. Στο 8ο άρθρο του Συμποσίου προτείνεται η παράλειψη της τελευταίας ευχής του αρραβώνος και οι δύο πρώτες ευχές του γάμου. Το πόρισμα αυτό προέκυψε από αντίστοιχες εισηγήσεις ομιλητών ακαδημαϊκών θεολόγων, οι οποίοι θεώρησαν τις ως άνω αναφερθείσες ευχές παλαιοδιαθηκικές. Η σύγχρονη νοοτροπία κατ’ αυτούς δε συμφωνεί με την παρά­θεση των μνημονευόμενων πανάρχαιων ζευγαριών της Παλαιάς Δια­θήκης. Η νοοτροπία των θεολόγων ομιλητών είναι ευθυγραμμισμένη στην πράξη με την νοοτροπία των πολεμίων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι είτε από αφέλεια, είτε από άγνοια, είτε από συγκεκριμένη σκοπιμότητα λόγω συνδέσεώς τους με διαφόρων ειδών σέκτες αρχαιονεοειδωλολατρικού τύπου, θέλουν να επιβάλουν την αίρεση μέσα στην Εκκλησία και δη σ’ αυτό το μέγα κατά Παύλο Μυστήριο που συγκεφαλαιώνει όλη τη θεανθρωπολογία της Αγίας Ορθοδοξίας μας.
Είναι εκκλησιολογική αυτή η νοοτροπία; Αν τολμήσουμε να εφαρ­μόσουμε αναγκαστικά την παραπάνω πρόταση, δηλαδή την απάλειψη των εν λόγω ευχών, θα μας κράξει ο λαός μας. Μπορεί να μη γνω­ρίζουν οι μελλόνυφοι και οι οικείοι τους τους αιώνες που θεσπίστη­καν οι παραπάνω ευχές, όμως από την εφημεριακή τριακονταετή εμπειρία μου πιστεύω ότι οι πιστοί μας, ως ορθόδοξα πραγματικά βαπτισμένοι και μυρωμένοι, διαθέτουν κριτήριο λειτουργικό, αφού ο γάμος έχει άμεση σχέση με τη ζωή τους και με την προκοπή τους. Ως ζεύγος και ως δυνάμει οικογένεια, όσο και αν δεν εκκλησιάζονται συχνά, έχουν την ευαισθησία οι ορθόδοξοι χριστιανοί να ξεχωρίζουν μια μίνι ακολουθία γάμου από την παραδοσιακή που την έχουν χιλιοακουσμένη από άλλους γάμους φίλων και συγγενών.
Άλλωστε, για να μιλήσουμε και θεολογικότερα εμείς, οι μάχιμοι εφημέριοι, αισθανόμαστε απέραντη χαρά και κατάνυξη όταν αναφέ­ρουμε στις πρώτες ευχές του γάμου τα ζευγάρια της Παλαιάς Δια­θήκης που ευλογήθηκαν από το Θεό και πρόκοψε ολόκληρη η ζωή τους. Θα γίνουμε και μείς πολέμιοι της Παλαιάς Διαθήκης όπως και οι σημερινοί νεοειδωλολάτρες - τάχα Ελληνιστές; Δεν εκτιμάμε και μείς την αρχετυπικότητα του Μυστηρίου του γάμου που έχει απλω­μένες τις ρίζες του στους παμπάλαιους αιώνες της Παλαιάς Διαθή­κης και φτάνει μέχρι σήμερα; Είναι εκκλησιολογική νοοτροπία το να αφαιρέσουμε τις ευχές αυτές, επειδή πρωτοεμφανίστηκαν το 14ο αιώνα; Είναι λίγοι οι αιώνες αποδοχής των ευχών από εκατομμύρια πιστών που ευλογήθηκαν όπως ο Αβραάμ και η Σάρρα και μεγα­λούργησαν;
Είναι δυνατόν να κάνουμε υπακοή σε κάποιους που θέλουν την αλλοίωση του τόσο χαρισματικού Μυστηρίου με το «έτσι θέλω»; Έχου­με τελέσει χιλιάδες γάμους στην πολυάνθρωπη ενορία μας (όπως και χιλιάδες άλλοι Ιερείς φυσικά έχουν ευλογήσει χιλιάδες γάμους σ’ όλες τις μικρές και μεγάλες ενορίες τους). Ούτε ένα ζεύγος ποτέ μα ποτέ δε δυσανασχέτησε για καμιά μα καμιά ευχή του γάμου. Είναι λειτουρ­γική ανανέωση ή αναγέννηση να πάει κανείς κόντρα στο λαό; Πολ­λές φορές οι πιστοί στεναχωριούνται και μας κατηγορούν όταν συντο­μεύουμε το χρόνο του γάμου και κόβουμε (αναγιγνώσκουμε μυστικά) την τελευταία ευχή του αρραβώνος και την πρώτη μεγάλη ευχή του γάμου. Φαντασθείτε τι θα γίνει στο χριστεπώνυμο πλήρωμά μας, αν κόψουμε και τη δεύτερη θεμελιώδη ευχή του γάμου! Πιστεύω ότι ούτε και οι ανανεωτές θα αντέξουν τις αντιδράσεις του λαού μας, αν δικτατορικά προβούν στις ανανεώσεις τους.
Αξία των Τυπικών της θ. Λειτουργίας 
Υποτιμάμε βάναυσα την Παλαιά Διαθήκη όταν από τη θεία Λει­τουργία, που είναι η αποκορύφωση όλων των Ιερών Ακολουθιών και προσευχών, εξοβελίζουμε την Παλαιά Διαθήκη. Οι δύο ψαλμοί 102ος και 145ος που ψάλωνται ολόκληροι στην αρχή της θείας Λειτουρ­γίας, οι οποίοι ονομάζονται και Τυπικά, φέρνουν όλον το χριστοποιούμενο, κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης μέσα στο χώρο της Μίας Αγίας Εκκλησίας. Έτσι ο ίδιος ο Κύριος με το θάνατό Του και την Ανά­στασή Του γεφύρωσε το χάσμα μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθή­κης και των αντιστοίχων κόσμων τους. Ενιαία η Εκκλησία των τέ­κνων του Χριστού της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης μέσω των δύο παραπάνω ψαλμών εκφράζει την απέραντη ευγνωμοσύνη των πι­στών για τις άπειρες ευεργεσίες του εν Τριάδι Θεού. Απίστευτη και μοναδική λαμπρότητα δίνει η παρουσία των Τυπικών στη θεία Λει­τουργία, που όταν παραλείπονται χάνει πραγματικά το εκκλησία­σμα μια τόσο δυνατή ευκαιρία δοξολογίας προς τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, το χορηγό πάσης χαράς, ευλογίας, δημιουργίας και αιώνιας ζωής.
Κοσμικότητα χωρίς Παλαιά Διαθήκη 
Όταν αφήνουμε την ψυχή μας πεινασμένη και διψασμένη από το ζωντανό και χαρισματικό λόγο του Θεού, το λόγο της Παλαιάς Δια­θήκης, ο οποίος αποτελεί ένα πολύ ευρύχωρο αγωγό της θείας Χάριτος, δεν παραχωρούμε δικαιώματα στο κοσμικό πνεύμα και στο κο­σμικό φρόνημα;
Αν ως άτομα θρησκευόμενα και ως σύνολο θρησκευόμενο είχαμε σταθεροποιήσει μια ορθόδοξη αυθεντική πνευματικότητα, θα επιθυ­μούσαμε να αποκτήσουμε μερίδιο κοσμικής δόξης, μετέχοντας κενόδο­ξα στους αναβιώνοντες την νεοεποχίτικη αρχαιοελληνική ειδωλολα­τρία επικείμενους Ολυμπιακούς αγώνες; Αν πράγματι είχε διαφωτίσει το νου μας και την ψυχή μας η άκτιστη Χάρη του Λόγου του Θεού, και της Παλαιάς Διαθήκης, δεν θα επιδιώκαμε με ένθερμο προφη­τικό και αποστολικό ζήλο να τελεσθεί ο ορθόδοξος εγκαινιαστικός Αγιασμός στην έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων; Πληροφορούμαστε ότι διστάζουν ή ντρέπονται oι υπεύθυνοι Εκκλησιαστικοί να προτεί­νουν κάτι τέτοιο, μήπως θεωρηθούν αναχρονιστές. Μακάρι η πληρο­φορία μας να είναι εντελώς ψευδής. Γιατί, τέλος, να έχουμε τόσο άγχος να μαζέψουμε εθελοντές, αφού οι πάντες γνωρίζουν τα τεράστια διακινούμενα και διαπλεκόμενα οικονομικά οφέλη στους επιτήδειους του εθελοντισμού και καθόλου στους εθελοντές; Δεν προκαλείται έτσι το φιλότιμο και η νοημοσύνη του έχοντος κοινό νου νεοέλληνα;
Αντί επιλόγου
Επιτρέψατέ μου, αντί επιλόγου, μια προσωπική δημόσια εξομο­λόγηση και εμπειρία άμεσα σχετιζόμενη με τα προαναφερθέντα.
Πολλοί από σάς γνωρίζετε ίσως την οικογενειακή μου, οικονομία Χριστού, περιπέτεια. Τα σαρκικά μου παιδιά σε ηλικίες 1, 3, 5 και 6 ετών έμειναν ορφανά από τη μητέρα. Εύκολα αντιλαμβάνεσθε τη σω­ρεία των επιγενόμενων προβλημάτων. Τα πιο οδυνηρά ήταν τα ψυχο­λογικά, που φαίνονταν για χρόνια λίαν αδυσώπητα και αξεπέραστα.
Σ’ αυτήν την καταιγίδα μπλέχτηκε και η γιαγιά, η μητέρα της μητέρας. Άνθρωπος ολίγων γραμμάτων, του Δημοτικού Σχολείου, με γεμάτη όμως την πνευματική της φαρέτρα από τον πλούτο της Παλαιάς Διαθήκης, τον οποίο παλαιοδιαθηκικό πλούτο είχε φιλόπονα καταθέ­σει στην ψυχή της γιαγιάς ο άριστος, ταπεινός και διδακτικότατος πνευματικός της πατέρας. Η γιαγιά κάθε βράδυ διηγείτο από στή­θους διάφορες ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης, της οποίας το περιε­χόμενο κατείχε όσο ελάχιστοι θεολόγοι, ενίοτε δε και κάποιες Ιστορί­ες της Καινής. Όταν τα παιδιά έκλειναν τα μάτια τους, η γιαγιά κου­ρασμένη από τον κόπο της ημέρας, σταματούσε την συναρπαστική της διήγηση. Τα παιδιά, ενώ είχαν μισοκοιμηθεί, πετάγονταν και της ζητούσαν να συνεχίσει. Η γιαγιά συνέχιζε επί χρόνια να προσφέρει από την ανεξάντλητη μνήμη της και να ξετυλίγει τους θησαυρούς της χάριτος στις τρυφερές ψυχές των τραυματισμένων παιδιών. Η Παλαιά Διαθήκη, διαπιστώσαμε όλοι οι γύρω συγγενείς κάποια στιγμή, είχε γίνει βάλσαμο θείας παρηγοριάς, φάρμακο και τελική οριστική ίαση.
Δεν είναι εγκληματικό, εγκληματικότατο να εγκαταλείπουμε εμείς σήμερα τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας και όλη την επερχόμενη νέα γενιά στα νύχια και στα δόντια του νοητού δράκοντος, που μέ­σα στα σπίτια και σ’ όλη γενικά την κοινωνία φέρνει η τηλεόραση, που όλο και περισσότερο απειλητικά απλώνει τα πλοκάμια της ως πανίσχυρος άμβωνας της Νέας Εποχής;
Δεν είναι έγκλημα να περιθωριοποιούμε είτε θεσμικά είτε ανεπί­σημα, σκόπιμα, ή από αμέλεια, άμεσα ή έμμεσα, όπως παραπάνω ανα­πτύξαμε, τους θησαυρούς της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ κατορθώματα, ενώ θαύματα, μπορούμε να επιτελέσουμε με την άκτιστη Χάρη της;


H ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ




H ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ιερεμίας Φούντας
Μητροπολίτης Ι. Μ. Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως
Ομιλία στον Ραδιοφωνικό σταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας την Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Αγαπητοί μου ακροατές,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Επειδή οι εκπομπές μου αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη, γι αυτό και στην σημερινή μου εκπομπή θα παρουσιάσω μία σχετική ομιλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
1. Ο ιερός πατέρας άρχισε σε προηγούμενη ομιλία του να ερμηνεύει τον λόγο του αποστόλου Παύλου «Έχοντες το αυτό Πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον “επίστευσα διο ελάλησα”. Και ημείς πιστεύομεν διο και λαλούμεν» (Β/ Κορ. 4,13). Στην ομιλία του εκείνη ο Χρυσόστομος ομίλησε για την πίστη και είπε ότι υπάρχουν δύο είδη πίστεως. Είναι πρώτον η «ποιητική των σημείων», η θαυματουργική. Είνια αυτή για την οποία είπε ο Χριστός «εάν έχετε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι και μεταβήσεται» (Ματθ. 17,20). Και είναι έπειτα η πίστη «η την γνώσιν εμποιούσα ημίν, καθήν πάντες εσμέν πιστοί». Είναι δηλαδή η αποδοχή των δογμάτων της Εκκλησίας μας και η συνεχής μαθητεία μας σ αυτά, βάσει των οποίων πρέπει να ρυθμίζουμε την ζωή μας. Η πίστη για την οποία ομιλεί ο Παύλος στο μνημονευθέν χωρίο, λέγει ο Χρυσόστομος, είναι του δευτέρου είδους, αυτή η της «γνώσεως», η «την γνώσιν εμποιούσα», όπως το είπε προηγουμένως. Είναι η ίδια για την οποία λέγει στους Ρωμαίους ότι «ευχαριστώ τω Θεώ μου... ότι η πίστις υμών καταγγέλλεται εν όλω τω κόσμω» (1,8). Είναι η ίδια πάλι πίστη για την οποία ο ίδιος Απόστολος γράφει προς τους Θεσσαλονικείς χριστιανούς λέγοντας: «Εν παντί τόπω η πίστις υμών η προς τον Θεόν εξελήλυθε» (Α/ Θεσ. 1,8).
2. Αλλά ο Χρυσόστομος λέγει ότι ο απόστολος Παύλος στον λόγο του «έχοντες το αυτό Πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον “επίστευσα διο ελάλησα”. Και ημείς πιστεύομεν διο και λαλούμεν» θέλει να επιδείξει πολλή την συγγένεια της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Γι αυτό και λέγει «έχοντες το αυτό πνεύμα της πίστεως». Το ίδιο πνεύμα και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Τον λόγο που μνημονεύει ο απόστολος Παύλος «επίστευσα διο ελάλησα», τον είπε παλαιά ο Δαυίδ, στην Παλαιά Διαθήκη (Ψαλμ. 115,1). Αλλά τον ίδιο λόγο τον λέγει τώρα και ο Απόστολος στην Καινή Διαθήκη• λέγει: «Και ημείς πιστεύομεν διο και λαλούμεν». Άρα το αυτό πνεύμα της πίστεως και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη.1 Υπάρχει λοιπόν πολλή συγγένεια και πολλή ενότητα των δύο Διαθηκών, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
3. Που είναι λοιπόν τώρα, λέγει ο Χρυσόστομος, εκείνοι που κατηγορούν την Παλαιά Διαθήκη και διασπούν το σώμα της Αγίας Γραφής, αυτοί που λένε άλλον Θεόν της Παλαιάς και άλλον της Καινής; Ας ακούσουν τον παραπάνω λόγο του αποστόλου Παύλου που λέγει καθαρά ότι είναι το ίδιο Πνεύμα και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Αλλά και τα ονόματα των Διαθηκών, Παλαιά και Καινή, δείχνουν και αυτά πολλή την συγγένεια μεταξύ τους. Γιατί η Καινή λέγεται έτσι, επειδή προϋποθέτει την Παλαιά. Και η Παλαιά πάλι ονομάζεται έτσι, επειδή εδόθη η Καινή. «Η γαρ Καινή δια την Παλαιάν είρηται και η Παλαιά δια την Καινήν» (MPG 51,282). Και αν οι Διαθήκες δεν είναι του ίδιου Δεσπότου, του Χριστού, ούτε η Καινή μπορεί να λέγεται Καινή, αλλά ούτε και η Παλαιά μπορεί να λέγεται έτσι. Ώστε, καταλήγει συμπεραίνοντας ο Χρυσόστομος: «Η διαφορά των ονομάτων Παλαιά και Καινή δείχνει την μεταξύ τους συγγένεια. Η δε κατά το όνομα αυτή διαφορά (Παλαιά και Καινή) δεν είναι διαφορά στην ουσία, αλλά είναι διαφορά των εποχών που δόθηκαν αυτές. Γιατί το καινό με το παλαιό σ αυτό μόνο διαφέρει (στον χρόνο που δόθηκε το καθένα). Η εναλλαγή δε των χρόνων ούτε διαφορά του Δεσπότου που τις έδωσε δηλώνει ούτε υποτίμηση σημαίνει. Και ότι αυτό είναι αλήθεια φαίνεται από αυτό που είπε ο Χριστός: “Κάθε γραμματέας που αποδέχτηκε την βασιλεία του Θεού είναι όμοιος με έναν οικοδεσπότη που βγάζει από το θησαυροφυλάκιό του καινούργιους και παλαιούς θησαυρούς” (Ματθ.13,52). Βλέπεις – λέγει ο Χρυσόστομος – ότι διάφορα είναι τα κτήματα (αυτά που λέει “θησαυρούς” εδώ), αλλά ένας είναι ο οικοδεσπότης; Όπως λοιπόν αυτός ο ένας οικοδεσπότης μπορεί να βγάζει καινά και παλαιά, αυτό μπορεί να λεχθεί για τον Ένα Θεό της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης. Και μάλιστα, αυτό προπαντός αποδεικνύει τον πλούτο και την περιουσία του Θεού: Το ότι δεν έχει μόνο “καινή”, αλλά έχει και “παλαιά” περιουσία» (MPG 51,282).
4. Ώστε η διαφορά των δύο Διαθηκών είναι στο όνομα μόνο και όχι στο περιεχόμενο. Δεν υπάρχει «μάχη» και «εναντίωσις» των δύο Διαθηκών. Γιατί το «παλαιόν» γίνεται «παλαιόν» από το υπάρχον «καινόν». Αλλά αυτό δεν είναι ούτε μάχη ούτε εναντίωση, αλλά διαφορά στο όνομα μόνο. Αλλά προχωρεί την σκέψη του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και λέγει τα εξής ωραία παρακάτω: «Εγώ – λέγει – θα πω και αυτό το υπερβολικό: Και αν ακόμη ήταν ενάντιοι οι νόμοι της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη, και τότε ακόμη θα υπεστήριζα ότι δεν έπρεπε από αυτό να συμπεράνουμε ότι είναι άλλος ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και άλλος ο Θεός της Καινής. Γιατί: Αν κατά τον ίδιο καιρό και στους ίδιους ανθρώπους, που καταγίνονται με τα ίδια πράγματα, διέταζε ο Θεός ενάντιους νόμους, θα είχε κάποιο επιχείρημα αυτό το “σόφισμα” (το ότι δηλαδή πρόκειται περί διαφορετικού Θεού στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη). Αφού όμως άλλοι μεν νόμοι εγράφησαν στην Παλαιά Διαθήκη, άλλοι δε στην Καινή, και σε άλλο χρόνο οι μεν σε άλλο χρόνο οι δε, και δόθηκαν σε ανθρώπους που βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση οι μεν από τους δε, τότε για ποιο λόγο από την διαφορά των νόμων είναι ανάγκη να συμπεράνουμε δύο νομοθέτες; Εγώ δεν βλέπω κανένα λόγο. Εάν όμως αυτοί που λέγουν αυτά έχουν να μας πουν κανένα λόγο, ας τον πουν. Αλλά δεν έχουν! Και μάλιστα και ο γιατρός πολλές φορές κάνει πολλά αντίθετα πράγματα. Δεν τα κάνει όμως αυτά κινούμενος από αντίθετη γνώμη, αλλά από μία και σύμφωνη. Γιατί πολλές φορές ο γιατρός άλλοτε καυτηριάζει την πληγή και άλλοτε όχι• άλλοτε εγχειρίζει και άλλοτε δεν εγχειρίζει. Και μάλιστα αυτό το κάνει πολλές φορές στο ίδιο σώμα. Άλλοτε προσφέρει πικρά φάρμακα και άλλοτε γλυκά. Αυτά δε που κάνει φαίνονται αντίθετα. Η επιθυμία του όμως, για την οποία τα κάνει αυτά, είναι μία και η αυτή, γιατί αποβλέπει στον ίδιο σκοπό: Στην υγεία του αρρώστου».
Και συμπεραίνει ο άγιος Πατέρας: «Πως δεν είναι περίεργο τον μεν ιατρό που κάνει πολλά αντίθετα και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο να μην τον κατηγορούμε, τον δε Θεό να κατηγορούμε, επειδή σε διαφορετικούς καιρούς και σε διαφορετικούς ανθρώπους έδωσε διαφορετικές εντολές;» (MPG 51,283). Και μάλιστα να συμπεραίνουμε από αυτό όχι απλώς την αίρεση, αλλά την ανοησία, ότι έχουμε δυο Θεούς, έναν της Παλαιάς και έναν της Καινής;
5. Και ενάντιοι λοιπόν να είναι οι νόμοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, κατά τα παραπάνω που μας είπε ο άγιος Χρυσόστομος, δεν έπρεπε να μιλάμε περί διαφόρων Θεών των δύο Διαθηκών. Δεν είναι όμως ενάντιοι, αλλά είναι απλώς διάφοροι. Και θα το αποδείξει τώρα αυτό ο σοφός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, ο ιερός Χρυσόστομος. Ως παράδειγμα παίρνει τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης «ου φονεύσεις». Αυτός είναι παλαιός νόμος. «Ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις ου φονεύσεις», είπε ο Κύριος (Ματθ. 5,21). Ας δούμε όμως τώρα και τον νόμο της Καινής. Ο Κύριος είπε: «Εγώ δε λέγω υμίν, πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική, ένοχος έσται εν τη κρίσει» (Ματθ. 5,22). Είναι πραγματικά αντίθετα αυτά τα δύο προστάγματα; Ποιος άνθρωπος λογικός μπορεί να πει τέτοιο πράγμα; Αν ο παλαιός νόμος έλεγε «να μην φονεύουμε», ο δε νέος νόμος, η Καινή Διαθήκη, έλεγε «να φονεύουμε», πραγματικά αυτό θα ήταν διαφωνία και αντινομία. Αν όμως η Παλαιά Διαθήκη λέει να μη φονεύουμε, η δε Καινή Διαθήκη λέει όχι να μην φονεύουμε απλά, αλλά να μην οργιζόμαστε, αυτό δεν είναι εναντίωση, αλλά επίταση του προηγούμενου νόμου. Γιατί ο προηγούμενος νόμος θέλει να κόψει τον καρπό της κακίας, δηλαδή τον φόνο• ο δε νόμος του Χριστού, η Καινή Διαθήκη, θέλει να κόψει και την ρίζα του φόνου, δηλαδή την οργή. Η Παλαιά Διαθήκη θέλει να ανακόψει το ρεύμα της πονηρίας, η δε Καινή Διαθήκη θέλει να ξηράνει και την πηγή της. Πραγματικά, πηγή και ρίζα του φόνου είναι ο θυμός και η οργή.
Ποια λοιπόν αντίθεση υπάρχει μεταξύ του ότι η μεν Παλαιά Διαθήκη να θέλει να ανακόψει το αποτέλεσμα της αμαρτίας, η δε Καινή Διαθήκη να θέλει να αποκόψει και την αρχή της αμαρτίας; Η Παλαιά Διαθήκη θέλει να καθαρίσει τα χέρια από το αίμα, η δε Καινή Διαθήκη θέλει να απαλλάξει και την διάνοια και την καρδιά από τις εχθρικές διαθέσεις. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι δύο Διαθήκες συμφωνούν και δεν μάχονται η μία με την άλλη, όπως θέλουν να μας το παρουσιάσουν οι εχθροί της αληθείας.
Όποιος ομιλεί για διαφορετικό Θεό της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αυτός κατηγορεί τον Θεό της Καινής Διαθήκης, ενώ θέλει να τον εξυψώσει. Και να πως τον κατηγορεί: Η τροφή της Παλαιάς Διαθήκης είναι γάλα, γιατί παιδαγωγεί προς την μεγάλη αλήθεια της Καινής Διαθήκης. Η τροφή δε της Καινής Διαθήκης είναι στερεά. Αν όμως πούμε ότι άλλος είναι ο Θεός της Καινής Διαθήκης από τον Θεό της Παλαιάς, τότε σημαίνει ότι ο Θεός αυτός της Καινής έδωσε κατ ευθείαν την «στερεά» τροφή, έδωσε δηλαδή κατ ευθείαν την πλήρη Αποκάλυψη, χωρίς να προετοιμάσει τον λαό Του, για να δεχθεί την Αποκάλυψη αυτή. Δηλαδή, όπως το λέγει ακριβώς ο Χρυσόστομος, ο Θεός «προ του θρέψαι γάλακτι και την δια του νόμου παιδαγωγίαν επί την στερεάν ημάς ήγαγε τροφήν». Αλλά κανένας λογικός άνθρωπος «πριν η θρέψαι γάλακτι, προς την στερεάν άγει τροφήν» (MPG 51,284). Αυτό το άλογο κατηγορούν στον Θεό, κατά τον Χρυσόστομο, όσοι δέχονται διαφορά Θεών στις δύο Διαθήκες. Αλλά και το άλλο: Ο νόμος του Χριστού στην Καινή Διαθήκη δόθηκε προς τα τελευταία έτη. Και βέβαια εμείς πιστεύουμε ότι για την Αποκάλυψη αυτή της Καινής Διαθήκης ο Θεός προετοίμασε την ανθρωπότητα με την Παλαιά Διαθήκη. Αν όμως πούμε ότι η Παλαιά Διαθήκη δεν δόθηκε από τον Θεό, αλλά από κάποιο άλλο θεό, τότε κατηγορούμε τον αληθινό Θεό με την μεγάλη πραγματικά κατηγορία ότι άφησε για τόσα χρόνια, για πέντε χιλιάδες χρόνια, άφησε χωρίς καμμιά φροντίδα την ανθρωπότητα, όντας αδιάφορος γι αυτήν. Και τρόπον τινά ο Θεός... (!) μετενόησε από την αδιαφορία του αυτή και άρχισε μετά από πέντε χιλιάδες χρόνια να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους και τότε έδωσε τον νόμο Του με την Καινή Διαθήκη. Πραγματικά αυτήν την κατηγορία δίνουμε στον Θεό, αν πούμε ότι δεν είναι Αυτός που μίλησε στην ανθρωπότητα με την Παλαιά Διαθήκη πρώτα. Αλλά μια τέτοια κατηγορία δεν αρμόζει ούτε και σε ένα ανάξιο άνθρωπο (βλ. Χρυσοστόμου, MPG 51,284).
6. Ας σκεφθούμε λοιπόν, μας λέγει ο Χρυσόστομος, σε πόσες κατηγορίες και βλασφημίες υποβάλλουν τον Θεό εκείνοι που μιλάνε για άλλο Θεό της Παλαιάς και άλλο Θεό της Καινής Διαθήκης. Όλες αυτές οι κατηγορίες διαλύονται αν δεχθούμε και πιστέψουμε ότι ένας είναι ο νομοθέτης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ένας είναι ο Θεός και των δύο Διαθηκών. Και για να αποδείξει ο Χρυσόστομος την αλήθεια αυτή περισσότερο και για να «απορράψει», όπως λέγει, τα στόματα των βλασφήμων και των αιρετικών, φέρει μαρτυρία από αυτήν την Παλαιά Διαθήκη, από τον προφήτη Ιερεμία, τον από την κοιλιά της μάνας του αγιασμένο. Ο προφήτης Ιερεμίας παρουσιάζει τον Θεό να λέγει: «Διαθήσομαι υμίν διαθήκην καινήν, ου κατά την διαθήκην, ην διεθέμην τοις πατράσιν υμών» (38,31). Από τον λόγο δε αυτόν φαίνεται καθαρά ότι Αυτός που σύναψε την Παλαιά Διαθήκη, ο Ίδιος πάλι σύναψε και την Νέα Διαθήκη. Ένας είναι ο νομοθέτης και των δύο Διαθηκών, και της Παλαιάς και της Καινής. Γνωρίζουμε δε ότι την Καινή Διαθήκη την σύναψε ο Χριστός με το Αίμα Του. Αυτός είναι ο νομοθέτης της Καινής, γι αυτό και λέγει στην επί του Όρους Ομιλία Του «εγώ δε λέγω υμίν» (Ματθ. 5,22.28.32). Άρα, Αυτός πάλι σύναψε και την Παλαιά Διαθήκη.
Ο παραπάνω αυτός λόγος του Θεού στον προφήτη Ιερεμία «διαθήσομαι υμίν διαθήκην καινήν, ου κατά την διαθήκην, ην διεθέμην τοις πατράσιν υμών», αυτός ο λόγος αποδεικνύει πάλι και την προΰπαρξη του Ιησού Χριστού, γιατί «ει προ του τόκου της Μαρίας ουκ ην, ουδέ υπήρχε πριν η φανήναι εν σαρκί, πως ενομοθέτει ο μη ων; Πως δε έλεγε, “διαθήσομαι υμίν διαθήκην καινήν, ου κατά την διαθήκην, ην διεθέμην τοις πατράσιν υμών”; Πως διέθετο τοις πατράσιν αυτών μη υπάρχων, μηδέ ων, κατά τον εκείνων λόγον;» (MPG 51,284). Ναι, ο λόγος αυτός του προφήτου Ιερεμίου αποδεικνύει, ξαναλέγουμε, την προΰπαρξη του Ιησού Χριστού. Γι αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος τον χρησιμοποιεί στον πόλεμό του εναντίον του Παύλου του Σαμοσατέως, που ηρνείτο την προΰπαρξη του Ιησού Χριστού.
Με την ευκαιρία του λόγου ελέγχει ο ιερός Πατέρας και τους Μανιχαίους, οι οποίοι απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη. Τους ελέγχει δε από την Καινή Διαθήκη, αφού αυτοί δεν παραδέχονται την Παλαιά. Και τους ελέγχει με το εξής επιχείρημα: Είναι γνωστόν ότι η Καινή Διαθήκη έχει χωρία και περικοπές από την Παλαιά Διαθήκη. Είναι οι μαρτυρίες των Προφητών περί του Μεσσίου και στις οποίες ανταποκρίνεται πλήρως η ζωή του Ιησού Χριστού. Αν όμως αφαιρέσουμε τις περικοπές και τα χωρία αυτά των Προφητών από την Καινή Διαθήκη, αυτά που απομένουν σ αυτή δεν μπορούν να σταθούν και να αποτελέσουν αρμονία• «τα γαρ αποκοπέντα μέλη κράζει και βοά, την προς τα οικεία μέλη συμφωνίαν επιζητούντα» (MPG 51,285).
7. Με καθηγητή λοιπόν τον μεγάλο ερμηνευτή της Εκκλησίας μας, τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, θα αποδείξουμε, αγαπητοί μου ακροατές, ότι ένας είναι ο νομοθέτης και της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης. Και αυτό θα το αποδείξει από τον απόστολο Παύλο, από μία του περικοπή της προς Γαλάτας επιστολής του. Στην περικοπή αυτή, λέγει ο άγιος Πατέρας, σαν να φαίνεται ότι κατηγορείται η Παλαιά Διαθήκη. Και αυτό βέβαια είναι ενθαρρυντικό στους αιρετικούς, τους κατηγορούντες και διαγράφοντες την Παλαιά Διαθήκη. Και πραγματικά η διατύπωση της περικοπής του Αποστόλου είναι τέτοια, ώστε εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η περικοπή αυτή είναι εναντίον της Παλαιάς. Αν όμως εμβαθύνει κανείς ορθά στην περικοπή, θα διαπιστώσει το αντίθετο, ότι αυτή είναι υπέρ της Παλαιάς Διαθήκης. Σ’ αυτό ο Χρυσόστομος βλέπει ένα τέχνασμα της σοφίας του Θεού, ώστε από την ασαφή έκφραση να την «πάθουν» οι κατήγοροι της Παλαιάς Διαθήκης και να την «πατήσουν», όπως λέμε. Γιατί, αρπάζοντες οι αιρετικοί αυτήν την περικοπή, που φαίνεται τάχα ως περικοπή αντίθετη της Παλαιάς Διαθήκης, την δέχονται με χαρά, την εκλαμβάνουν ότι συνηγορεί μ αυτούς και την «παθαίνουν», γιατί το νόημα της περικοπής είναι το ακριβώς αντίθετο από ό,τι αυτοί νομίζουν. Και από την περικοπή λοιπόν του αποστόλου Παύλου, που προτίμησαν αυτοί να έχουν υπέρ αυτών, έχουν, από αυτήν ακριβώς την περικοπή, την καταδίκη της πλάνης τους.2
Σε πολλά σημεία της η Καινή Διαθήκη μιλάει για ένα νομοθέτη της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αλλά ο απόστολος Παύλος θα βγάλει την αλήθεια αυτή από αυτήν ακριβώς την περικοπή την οποία επικαλούνται οι Μανιχαίοι και την διασώζουν μάλιστα στην δική τους Γραφή που χρησιμοποιούν. Και αυτή η περικοπή είναι από την προς Γαλάτας επιστολή (4,21-22): «Λέγετέ μοι οι υπό νόμον θέλοντες είναι• τον νόμον ουκ ακούετε; Γέγραπται γαρ ότι Αβραάμ δύο υιούς έσχεν. Ένα εκ της παιδίσκης και ένα εκ της ελευθέρας». Οι αιρετικοί Μανιχαίοι, όταν διάβασαν στο χωρίο αυτό του αποστόλου Παύλου για «υιόν της παιδίσκης», πήδησαν από χαρά («απεπήδησαν»)• γιατί νόμισαν ότι το «παιδίσκης» είναι κατηγορία του νόμου. Αλλά θα αποδείξουμε τώρα, λέγει ο Χρυσόστομος, ότι ένας είναι ο νομοθέτης και των δύο Διαθηκών. Για τα αναφερόμενα στην περικοπή λέγει ο απόστολος ότι είναι «αλληγορούμενα» (Γαλ. 4,24). Και ερωτά ο Χρυσόστομος: Τι σημαίνει το «αλληγορούμενα»; Σημαίνει ότι, όσα συμβαίνουν στην Παλαιά Διαθήκη είναι «τύποι» «των εν τη Χάριτι γενομένων», αυτών δηλαδή που έγιναν στην Καινή Διαθήκη. Και το εξηγεί: Οι δύο γυναίκες είναι τύποι των δύο Διαθηκών. Και αυτό βέβαια δεικνύει την συγγένεια της Καινής με την Παλαιά Διαθήκη. Γιατί ο τύπος δεν είναι ενάντιος με την αλήθεια, αλλά συγγενής. Έτσι λοιπόν, εάν ήταν ενάντιος ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης προς τον Θεό της Καινής Διαθήκης, δεν θα ήταν δυνατόν, δια των δύο γυναικών του Αβραάμ, να προδιατυπώσει την υπεροχή της Καινής Διαθήκης. Αλλά πιθανόν να πουν οι αντίθετοι ότι ο Παύλος έκανε κατάχρηση του τύπου από συγκατάβαση στην ασθένεια των Ιουδαίων. Αν όμως γινόταν αυτό, θα έπρεπε ο Απόστολος να κάνει συγκατάβαση και στην ασθένεια των εθνικών (των εξ εθνών χριστιανών) και να ευρίσκει τύπους και από την ελληνική μυθολογία («εχρήν και Έλλησι κηρύττοντα τύπους Ελληνικούς εισάγειν, και ιστορίας μεμνήσθαι των παρ Έλλησι γεγενημένων πραγμάτων»). Αυτό όμως δεν το έκανε, γιατί τα ελληνικά μυθολογήματα δεν έχουν κανένα κοινό προς την αλήθεια. Τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης τα αλληγορεί μόνο με τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, ακριβώς γιατί «πολλήν συγγένειαν έχει τα παλαιά προς την Καινήν Διαθήκην» (MPG 51,285.286).
8. Από την παραπάνω περικοπή του αποστόλου Παύλου περί του Αβραάμ και των δύο υιών του, έναν εκ της παιδίσκης και έναν εκ της ελευθέρας, ο ιερός Χρυσόστομος συμπέρανε την συμφωνία των δύο Διαθηκών. Τώρα όμως ο ερμηνευτής Πατήρ από την ίδια περικοπή θα αποδείξει και το επίμαχο θέμα, ότι δηλαδή ένας είναι ο νομοθέτης των δύο Διαθηκών, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και η απόδειξη αυτή είναι πολύ απλή. Και οι δύο γυναίκες του Αβραάμ είχαν έναν άνδρα. Και αφού αυτό είναι τύπος των γενομένων στην Καινή Διαθήκη, λέγουμε ότι και οι δύο Διαθήκες, η Παλαιά και η Καινή, έχουν ένα νομοθέτη. Γιατί, αν άλλος ήταν ο νομοθέτης της Καινής και άλλος ο νομοθέτης της Παλαιάς Διαθήκης, «περιττώς την ιστορίαν εισήγαγεν» ο απόστολος Παύλος, λέγει ο Χρυσόστομος. Δεν ήταν άλλος ο άνδρας της Σάρρας και άλλος ο άνδρας της Άγαρ, αλλά ο ένας και ο αυτός.
Ώστε, συμπεραίνει ο Χρυσόστομος λέγοντας: «Όταν λέγει ο απόστολος Παύλος, “αύται γαρ εισι δύο διαθήκαι”, δεν λέγει τίποτε άλλο, παρά ότι αυτές οι δύο Διαθήκες έχουν ένα νομοθέτη, όπως ακριβώς εκείνες οι γυναίκες (η παιδίσκη και η Σάρρα) είχαν έναν άνδρα, τον Αβραάμ. Θα πει όμως κάποιος, ότι η μία ήταν “δούλη”, η δε άλλη ήταν “ελεύθερη”. Αλλ’ αυτό δεν έχει σημασία. Το ζητούμενο είναι εάν είναι ένας ο νομοθέτης και των δύο Διαθηκών. Ας παραδεχθούν λοιπόν αυτό πρώτον οι αιρετικοί και τότε εμείς θα τους απαντήσουμε σ αυτό. Γιατί, αν οι αντιφρονούντες παραδεχθούν αυτό το βασικό, όλα έπειτα τα άλλα τακτοποιούνται. Όταν δηλαδή αυτοί παραδεχθούν ότι η Παλαιά Διαθήκη έχει τον ίδιο νομοθέτη με τον νομοθέτη της Καινής – όπως και τον έχει – τότε διαλύεται όλη η διαφορά μας με εκείνους. Όμως, για να μην δημιουργηθεί και σε σάς – λέγει ο Χρυσόστομος στους ακροατές του – καμμία απορία από την αποστολική περικοπή, ας προσέξουμε ακριβώς την έκφραση του Αποστόλου. Γιατί δεν είπε “μία μεν δούλη, μία δε ελευθέρα”, αλλά είπε, “Μία μεν εις δουλείαν γεννώσα”. Αλλά δεν σημαίνει βέβαια ότι η “γεννώσα εις δουλείαν” είναι δούλη. Το να γεννηθούν δε τέκνα “εις δουλείαν” δεν φταίει η μητέρα, αλλά τα τεχθέντα παιδία. Γιατί αυτά (δηλαδή οι Ιουδαίοι), επειδή για την κακία τους αποστέρησαν τους εαυτούς τους από την ελευθερία και εξέπεσαν από την ευγένειά τους, ο Θεός τους επαίδευσε ως αγνώμονες με συνεχή φόβο, κολάζοντάς τους με τιμωρίες και με απειλές. Και αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς των πατέρων μπορούμε να το δούμε και σήμερα. Γιατί και σήμερα πολλοί πατέρες τα άτακτα παιδιά τους τα συνηθίζουν σε πρέποντα φόβο, σαν αυτά να είναι ικέτες και όχι παιδιά. Και αυτό δεν είναι έγκλημα των πατέρων, αλλά των ατάκτων παιδιών, γι’ αυτό και οι πατέρες τους δεν συμπεριφέρονται σαν σε ελεύθερα παιδιά.
Έτσι και ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη. Φερόταν με πνεύμα δουλείας και φόβου και τιμωρίας σε εκείνον τον αγνώμονα ιουδαϊκό λαό. Αλλά αυτό δεν είναι κατηγορία του Θεού, ούτε είναι έγκλημα του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά των Ιουδαίων που είχαν αποχαλινωθεί και γι αυτό είχαν ανάγκη από δυνατώτερο χαλινό. Γιατί στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε και δικαίους ανθρώπους, οι οποίοι έζησαν την φιλοσοφία της Καινής Διαθήκης, και δεν είχαν λοιπόν ανάγκη αυτοί από τέτοιο χαλινό. Τέτοιοι ήταν ο Άβελ, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο Ελισσαίος και πολλοί - πολλοί άλλοι. Αυτοί δόθηκαν στον Θεό όχι από φόβο και από απειλή και από τιμωρία, αλλά από αγάπη και “φίλτρω ζέοντι”. Αυτοί λοιπόν – όπως λέει ακριβώς ο Χρυσόστομος – “ου γαρ εδεήθησαν προσταγμάτων, ουδέ εντολών και νόμων, ώστε αρετήν ελέσθαι και φεύγειν κακίαν, αλλ ώσπερ ευγενείς παίδες και ελεύθεροι, την οικείαν επιγνόντες αξίαν, χωρίς φόβου τινός και κολάσεως ηυτομόλησαν προς την αρετήν”. Οι άλλοι όμως Ιουδαίοι, επειδή έκλιναν στην κακία, είχαν ανάγκη από νόμο (“επειδή προς κακίαν απέκλιναν, του κατά τον νόμον εδεήθησαν χαλινού” ). Έτσι, όταν οι Ιουδαίοι λάτρευσαν ως θεό τον μόσχο και προσκύνησαν τα γλυπτά, τότε άκουσαν την εντολή “Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις εστιν”. Όταν φόνευσαν και διέφθειραν τις γυναίκες των πλησίον τους, τότε άκουσαν το “ου φονεύσεις”, “ου μοιχεύσεις” και όλες τις άλλες εντολές.
Ώστε: Δεν είναι έγκλημα του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης να ομιλεί για κόλαση και για τιμωρία και να παιδεύει και να σωφρονίζει τους ανθρώπους σαν να είναι αγνώμονες δούλοι, αλλά αντίθετα είναι μεγάλο εγκώμιο και έπαινός του. Γιατί τους ανθρώπους που έπεσαν σε τόση κακία μπόρεσε με την αυστηρότητά του να τους απαλλάξει από την κακία τους και να τους κάνει να υπακούσουν στην Χάρη και να τους οδηγήσει στην φιλοσοφία της Καινής Διαθήκης. Έτσι λοιπόν και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη οικονομούσε το ένα και το αυτό Πνεύμα, αν και με διάφορο τρόπο. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος έλεγε: “Έχοντες το αυτό Πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον• Επίστευσα, διο ελάλησα”» (MPG 51,286.287).
Σάς ευχαριστώ που με ακούσατε,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

1. Τον λόγο «επίστευσα διο ελάλησα» «άνωθεν και προ πολλών χρόνων ο Δαυίδ ην ειρηκώς, όπερ ο Παύλος παρήγαγε νυν, δηλών ότι του Πνεύματος η χάρις η αυτή και εν εκείνω τότε, και νυν εν ημίν την της πίστεως ερρίζωσε δύναμιν• ωσεί έλεγε, “το αυτό Πνεύμα της πίστεως, το και εν εκείνω λαλήσαν, και εν ημίν ενήργησε”» (MPG 51,282).
2. Λέει επί λέξει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για το πάθημα των αιρετικών αυτών: «Και τούτο δε (το ότι δηλαδή η περικοπή του Αποστόλου φαίνεται ως κατήγορη της Παλαιάς Διαθήκης) της του Πνεύματος εγένετο σοφίας, ώστε τη προχείρω ρήσει δελεασθέντας τους του νόμου κατηγορούντας άκοντας και αγνοούντας δέξασθαι την υπέρ αυτού γεγραμμένην απολογίαν• ίνα αν μεν θελήσωσι προς την αλήθειαν ιδείν, έχωσι την ρήσιν την χειραγωγούσαν αυτούς• αν δε επιμένωσι τη απιστία μηδεμιάς συγγνώμης λοιπόν τύχωσι, και αυτοίς, οίς δοκούσι πιστεύειν, απιστούντες κατά της εαυτών σωτηρίας» (MPG 51,285).

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα της Ι.Μ.Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ




ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού π.Δανιήλ Γούβαλη
 
    Τις τελευταίες δεκαετίες ακούγονται πολλές κατηγορίες κατά του Θεού της παλαιάς Διαθήκης. Οι κατήγοροι τον εμφανίζουν σκληρό γι’ αυτό αναγκαζόμαστε να ασχοληθούμε με αυτό το θέμα.
Ξεκινούμε με ένα παράδειγμα. Υπάρχει ένας δάσκαλος δημοτικού Σχολείου, καλός, ευγενικός, με παιδαγωγικό ταλέντο, σοφός, είναι διορισμένος σε ένα σχολείο μιας πόλεως, τα παιδιά έχουν καλή ανατροφή από το σπίτι τους, είναι προσεκτικά, ευγενικά, υπάκουα, ο δάσκαλος με ηρεμία και με χαρούμενο πρόσωπο κάνει το μάθημα του, όλοι έχουν να πουν τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν.
κάτι συμβαίνει και ο δάσκαλος αυτός πρέπει να υπηρετήσει για κάποιο χρονικό διάστημα σε ένα ορεινό χωριό απομακρυσμένο από πόλεις. Οι κάτοικοι εκεί είναι τραχείς και άξεστοι, και τα παιδιά στο σχολείο είναι σκληρά, απρόσεκτα, ανυπάκουα και αγενή.
Οι ψυχές του μοιάζουν με χέρσα, με ακαλλιέργητα χωράφια.
Ο δάσκαλος χωρίς να μεταβληθεί καθόλου εσωτερικά, χωρίς να πάψει να αγαπά τους μαθητές και να θέλει να τους μορφώσει, φαίνεται εξωτερικά αλλαγμένος. Δεν μοιάζει με τον εαυτό του όπως ήταν στο προηγούμενο σχολείο, φαίνεται σκληρός, αυστηρός, σχεδόν άγριος, χρησιμοποιεί συχνά τις απειλές και τις τιμωρίες.
Γατί αυτή τη αλλαγή στον δάσκαλο; Ο κάθε ένας το αντιλαμβάνεται. Σε αυτό το σχολείο, με αυτά τα παιδιά χρειαζόταν άλλη τακτική. Εδώ ο δάσκαλος έπρεπε να μιλήσει άλλη γλώσσα γιατί την προηγούμενη γλώσσα εδώ δεν την καταλάβαιναν.
 Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τον Θεό, δεν είναι καλός ο Θεός της Καινής Διαθήκης και σκληρός εκείνος της Παλαιάς Διαθήκης, ο ίδιος Θεός είναι, αλλά στα παλαιά χρόνια που ο Ιουδαϊκός λαός δεν είχε καλλιεργηθεί με τους προφήτες, που ο λαός επηρεαζόταν από γειτονικούς λαούς όπου κυριαρχούσαν η ειδωλολατρία, η ζωολατρία, οι ανθρωποθυσίες, οι οργιαστικές τελετές, σκληρότατα πολεμικά ήθη, απάνθρωπο ποινικό δίκαιο και λοιπά, στα παλιά χρόνια που το μυαλό των Ιουδαίων δεν μπορούσε να κατανοήσει εύκολα τις αλήθειες του Θεού, ήταν αναγκαίο ο Θεός να δείχνει ένα διαφορετικό πρόσωπο.
Το πρόβλημα δεν ήταν στον Θεό αλλά στους ανθρώπους.
Ο Θεός έπρεπε να τους μιλήσει στη γλώσσα τους και τότε η γλυκιά και ήπια γλώσσα δεν γινόταν κατανοητή. Ωστόσο υπήρχαν και περιπτώσεις που γινόταν αντιληπτό ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης όσο και εάν φαινόταν σκληρός ήταν φιλάνθρωπος.
 Σήμερα θα παρουσιάσουμε κάποιες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης οπού γίνεται εμφανής η Θεϊκή φιλανθρωπία. Αυτές τις σελίδες οι πάσης φύσεως εχθροί της Παλαιάς Διαθήκης τις αποκρύπτουν συστηματικά.
 Το 3ο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης ονομάζεται Λευιτικό. Σε αυτό αναγράφονται ελάχιστα ιστορικά γεγονότα, περιέχει κυρίως νόμους που αφορούν την θρησκευτική και πνευματική ζωή του Ισραηλιτικού έθνους Μια ομάδα διατάξεως αφορά την οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Στην αρχή του 25ου κεφαλαίου γίνεται αναφορά στον Σαββατισμό, στην αγρανάπαυση.
Ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή στο Όρος Σινά και είπε, να μιλήσεις στους Ισραηλίτες και να τους πεις, όταν θα εισέλθετε στην γη που εγώ θα σας δώσω θα αναπαύεται η γη που θα σας δώσω, θα έχει Σαββατισμό, δηλαδή ανάπαυση προς τιμήν του Κυρίου. Έξι έτη θα σπείρεις τον αγρό σου και έξι έτη θα κλαδεύεις το αμπέλι σου και θα συνάγεις τους καρπούς του το έβδομο όμως έτος θα γίνεται Σαββατισμός. Δηλαδή ανάπαυση προς τιμήν του Κυρίου τον αγρό σου δεν θα τον σπείρεις και το αμπέλι σου δεν θα το κλαδεύεις αυτό το έτος, όσα θα δώσει από μόνος του ο αγρός σου δεν θα τα θερίσεις και τα σταφύλια του αμπελιού σου που θα θεωρούνται αφιερωμένα δεν θα τα τρυγήσεις. Αυτό το έτος θα είναι έτος αγραναπαύσεως. Τροφή κατά το έτος του Σαββατισμού θα είναι όσα θα γίνονται από μόνα τους στους αγρούς και στα αμπέλια για σένα για το δούλο σου για τη δούλη σου για τον ημερομίσθιο εργάτη σου για τον ξένο που βρίσκεται κοντά σου και για τα ζώα σου και για τα άγρια ζώα της χώρας σου ότι θα γίνονται από μόνα τους αυτό το έτος θα αποτελούν γενική τροφή.
 Με την αγρανάπαυση ανανεώνονται τα εξαντληθέντα στοιχεία του αγρού, αυξάνεται και ανακτάται η γονιμότητα του, διατηρείτε η υγρασία του και προλαμβάνεται η συναφής ανάπτυξης ζιζανίων και παρασίτων.
Εδώ η αγρανάπαυσις αποτελεί Θεϊκή επιταγή, τα οφέλη της δεν αφορούν μόνο τον αγρό, ευεργετούν και τους ανθρώπους και μάλιστα τους εργάτες τους ξένους και τους δούλους, θα πάρουν μια ανάσα θα ανανεωθούν οι δυνάμεις τους.
Κατά το Σαββατικό έτος δεν θα μοχθούσαν με το όργωμα, με το κλάδεμα, με τη σπορά, με το θερισμό.
Μάλιστα οι δούλοι που έτυχε να έχουν δύσκολα αφεντικά και πολύ δουλειά σε πολλά χωράφια και αμπέλια, ένιωθαν ιδιαίτερη ανακούφιση και οπωσδήποτε δοξολογούσαν τον Κύριο τον Θεό του Αβραάμ του Ισαάκ και του Ιακώβ για την φιλάνθρωποι αυτή νομοθεσία.
Ένας ξένος, ένας φτωχός, ένας ορφανός, ένας ταλαίπωρος άνθρωπος που βρισκόταν στην χώρα του Ισραήλ κατά το Σαββατικό έτος μπορούσε άνετος και ανενόχλητος να πάει στα αμπέλια και να γευτεί σταφύλια να πάει στα χωράφια που υπήρχαν συκιές και να απολαυσει σύκα και ούτω κάθε εξής.
Ο σοφός Φίλων ο Αλεξανδρεύς σχολιάζοντας το κείμενο σημειώνει: κακεινο ενι τες θεμι δοκεί το μηδενι προσηκειν το παραπαν ανθρωπους αχθει βαρυνειν και πιεζειν η γαρ μερεσι της γης α μηχ ηδονης μητ αλγηδονος πέφυκε κοινωνείν μεταδοτέων αναπαύλεις πως ουχι μαλλον ανθρωποις ης  ου μονον αισθησις προσεσθιν η κοινη και των αλογων ζωων αλλα και λογισμος εξαιρετος οτα εκ πονων και καματων οδυνηρα τρανωτερες φαντασιες εντυπουται.
Δηλαδή, με την διάταξη του Σαββατικού έτους ο Θεός περνά στον λαό του την εξής σκέψη, εάν τμήματα της γης, αγροί, που δεν αισθάνονται πόνο ή χαρά πρέπει να γνωρίσουν μια ανάπαυση, πόσο μάλλον θα πρέπει να μη καταπιέζονται υπερβολικά οι άνθρωποι, οι οποίοι, όχι μόνο έχουν την αίσθηση των ζώων αλλά και την λογική σκέψη και έτσι νιώθουν ποιο έντονα το κακό από τον κόπο και τον μόχθο. 
Ωραία διατύπωσις, μη το παραπαναν ανθρώπους άχθι βαρύνειν και πιέζειν.
Αλλά θα πει κανείς, αν ένα έτος δεν δούλευαν οι Ισραηλίτες πως θα ζούσαν; Θα είχαν επάρκεια τροφών; 
Φρόντιζε γι’αυτο ο Θεός, αυτή η φροντίδα έχει σχέση με ένα θαύμα. 

Κάθε έκτο έτος παρουσιαζόταν μέγιστη παραγωγή καρπών που επαρκούσε για τρία έτη. Παράβαλε Λευιτικό κε΄20-22.
Το 5ο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης ονομάζεται Δευτερονόμιο σε αυτό γίνεται μια ανακεφαλαίωσις νομοθεσίας και πεπραγμένων παρουσιάζονται 3 λόγοι του Μωυσή όταν συμπληρώθηκαν 40 έτη από την έξοδο από την Αίγυπτο, επίσης προς το τέλος υπάρχει ένας ιστορικός επίλογος και τελευταίες πράξεις και λόγια του Μωυσή πριν από το θάνατο του. 
Το Δευτερονόμιο μοιάζει κάπως με την επί Όρους ομιλία του Χριστού, έχει φράσεις και έννοιες πολύ συγκινητικές. Στο 15ο κεφάλαιο, συνολικά έχει 34 κεφαλαια, στο 15ο αναγράφονται κάποιες διατάξεις που αφορούν το Σαββατικό έτος.
 Κάθε επτά έτη θα κάνεις άφεση χρεών. 
Η διάταξις αυτή της αφέσεως έχει ως εξής, κάθε χρέος που οφείλει σε εσένα ο πλησίον σου κατά το έβδομο έτος θα του το χαρίσεις, δεν θα το ζητήσεις από τον αδελφό σου διότι διατάσσετε από τον Κύριο τον Θεό σου άφεση χρεών. 
Στον αδελφό σου θα χαρίσεις το χρέος γιατί δεν πρέπει να υπάρχει μεταξύ σας φτωχός κάνοντας έτσι, θα σε ευλογήσει πλούσια ο Κύριος ο Θεός σου στην χώρα που σου έδωσε να κληρονομήσεις.
Αυτή η διάταξις δεν δείχνει την καλοσύνη και την φιλανθρωπία του Θεού;
Αλλά έπεται και συνέχεια, εκεί θα φανεί ακόμη ποιο μεγάλη η φιλανθρωπία Του.
Επανερχόμαστε στο 25ο κεφάλαιο του Λευιτικού στίχους 8 έως 14. 
Θα μετρήσεις επτά αγραναπαύσεις, επτά έτη επί επτά, όποτε θα έχει επτά εβδομάδες ετών, δηλαδή 49 έτη, την δεκάτη του έβδομου μηνός θα ηχήσουν σάλπιγγες σε όλη την χώρα, την ημέρα της εορτής του εξιλασμού θα κάνετε αναγγελία με την σάλπιγγα σε όλη την χώρα, θα αγιάσετε ολόκληρο το 50ο έτος και θα το διαγγείλετε ως έτος αφέσεως για όλους τους κατοίκους της χώρας.
 
Έτος αφέσεως θα σημάνει αυτό το σάλπισμα και ο κάθε ένας θα επανέλθει στα κτήματά του και κάθε δούλος θα επιστρέψει στην πατρίδα του και στην φυλή του. Σάλπισμα αφέσεως για το 50ο έτος θα είναι για εσάς αυτό το σάλπισμα. 
Δεν θα σπείρετε, ούτε θα θερίσετε, όσα βγουν μόνα τους στους αγρούς και δεν θα τρυγήσετε στα αμπέλια αυτά που είναι αφιερωμένα, διότι θα είναι σάλπισμα αφέσεως γι’ αυτό το έτος, θα είναι άγιο, αφιερωμένο στον Κύριο, κατά αυτό θα τρώτε όσα βγαίνουν μόνα τους στις πεδιάδες, κατά το έτος του Σαλπίσματος της Αφέσεως ο κάθε ένας θα επανέλθει στα κτήματα του, δηλαδή θα αποκτήσει την κυριότητα τους.
Το σάλπισμα γινόταν από τους ιερείς. Η σάλπιγγα ήταν κερατίνη, το κέρας στα Εβραϊκά ονομάζεται γιομπέλ, γι’ αυτό το 50ο έτος ονομαζόταν Ιωβηλαίο.
Κατά το έτος αυτό κάθε χρεωμένος ελευθερωνόταν από τα χρέη του, κάθε δούλος Ισραηλίτης ανακτούσε την ελευθερία του, όσοι είχαν χάσει τα κτήματα τους τις γαίες τους τις επανακτούσαν, όποια ανωμαλία και αναταραχή είχε λάβει χώρα σε θέματα ιδιοκτησίας, σε θέματα κοινωνικά κατά τα προηγούμενα 49 έτη, με το ερχομό του Ιωβηλαίου έτους σταματούσε, επερχόταν πλήρης κοινωνική ηρεμία, γενική άφεσις χρεών, επιστροφή πωληθέντων γαιών, απελευθέρωσις δούλων. 
Απελευθέρωσις δούλων! Τι ποιο φιλάνθρωπο…
Αλλά και οι λεπτομέρειες αυτής της διατάξεως είναι αξιοπρόσεκτες, αφήνουν και αυτές ένα παράθυρο για να νιώσουμε την φιλανθρωπία του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης. 
Δευτ. ιε΄12-15. Εάν ο αδελφός σου ο Εβραίος ή Εβραία πωληθεί σε εσένα ως δούλος λόγο χρέους θα σε υπηρετήσει 6 έτη, το έβδομο έτος θα τον αφήσεις ελεύθερο. 
Όταν όμως τον αφήσεις ελεύθερο δεν θα τον στείλεις με άδεια χέρια, θα τον εφοδιάσεις ικανοποιητικά με αυτά που έχεις, με πρόβατα και με σιτάρι και με κρασί. Θα του δώσεις ανάλογα με τα αγαθά που σου χάρισε η ευλογία του Κυρίου και να θυμηθείς ότι και εσύ ήσουν δούλος στην Αίγυπτο και σε απελευθέρωσε απ’ εκεί ο Κύριος ο Θεός σου, γι’ αυτό εγώ σου δίνω εντολή να τα εφαρμόσεις αυτά.
 Οι διάφοροι κοινωνιολόγοι που οραματίζονται μια κοινωνία ωραία και ζηλευτή τις έχουν μελετήσει αυτές τις γραμμές της Παλαιάς Διαθήκης;
Τι είδαμε εδώ; Βρήκε ο δούλος την ποθητή του ελευθερία, χρειάζεται όμως μέχρι να βρει κάποια δουλειά να ζήσει, ο Θεϊκός νόμος φροντίζει γι’ αυτο, το πρώην αφεντικό του θα τον εφοδιάσει με τα απαραίτητα.
Αυτές εδώ οι διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου έχουν κοινωνικό περιεχόμενο υψίστης σημασίας.
Θυμήθηκα αυτή την στιγμή κάποια παιδιά που μεγάλωσαν και κάθε τόσο διαμαρτύρονταν στον πάτερα τους που πούλησε ένα ωραίο περιβόλι και άλλα κτήματα. Εάν αυτά τα παιδιά ανήκαν στον περιούσιο λαό του Θεού παλαιά στην γη του Ισραήλ, δεν θα ζούσαν μέσα στην πίκρα, θα περίμεναν με χαρούμενη ελπίδα τον ερχομό του Ιωβηλαίου έτους, οπότε το περιβόλι και τα άλλα κτήματα θα επέστρεφαν στην αρχική οικογένεια.
Τυχαίνει να έρχονται πολλοί άνθρωποι να μου εξομολογούνται διάφορα προβλήματά τους, μερικές εξομολογήσεις με γεμίζουν θλίψη, χρέη στον ένα, χρέη στον άλλο, χρέη σε μια τράπεζα, χρέη σε άλλη τράπεζα, αγωνία για το υποθηκευμένο σπίτι.
Μάλιστα μερικές περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα δραματικές.
Τα τηλέφωνα κλείνουν μην τυχών κάνει τηλεφώνημα αυτός στον οποίο οφείλονται τα χρέη, οι κινήσεις έξω από το σπίτι είναι περιορισμένες και πώς να βοηθήσεις; που να βρεις τόσα ποσά; Αφήστε δε που μερικές φορές σου δίνεται η εντύπωσις ότι μπορεί να συντελεστεί και κάποια αυτοκτονία.
Αυτά τα δράματα δεν τα γνώριζαν οι άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης, διότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν ήταν μόνο αυστηρός προς τον λαό του, ήταν και φιλάνθρωπος και η φιλανθρωπία του δεν άφηνε περιθώριο για κοινωνικά δράματα σαν αυτά που προαναφέραμε.
Οι διάφοροι αρχαιολάτρες και οι νεοπαγανιστές ας μας βρουν σε αρχαίες νομοθεσίες παρόμοιες φιλάνθρωπες διατάξεις. 
Πόσα δράματα θα αποφεύγονταν….   (και τότε και τώρα και πάντα)
Θυμήθηκα τώρα κάποιες σελίδες από την ιστορία της αρχαίας Σπάρτης όλος ο πλούτος και όλες οι γαίες, αντί να ανήκουν σε 4500 οικογένειες, βρίσκονται σε 100. Προσπάθησαν κάποιοι βασιλείς να διορθώσουν το κακό, να ταχτοποιήσουν το θέμα των χρεών, να κάνουν ανακατανομή των αγρών της Λακωνικής, πολύ αίμα χύθηκε και τίποτα δεν έγινε. Για φανταστείτε όλοι να χρωστάνε σε 100 οικογένειες και όλα τα κτήματα να περιέλθουν σε αυτές;  
 Ένα από τα βιβλία του Δωδεκαπροφήτου της Παλαιάς Διαθήκης ονομάζεται Ιωνάς.
Μελετώντας αυτό το βιβλίο θα διαπιστώσουμε ότι η φιλανθρωπία  του Θεού δεν ήταν μόνο για τους Εβραίους, τους απογόνους του Αβραάμ, αλλά και για τους εθνικούς.
Τότε είχαμε σαν υπερδύναμη του πλανήτη την Ασσυριακή αυτοκρατορία, πρωτεύουσα είχε την Νινευή. Σε αυτήν, η αμαρτία και η ανομία ξεπέρασε κάθε όριο. Για να την επαναφέρει ο Θεός στον ορθό δρόμο στέλει εκεί τον προφήτη Ιωνά ο οποίος έπρεπε με σκληρό προφητικό λόγο να αναγγείλει ότι σε τρεις ημέρες η Νινευή θα καταστραφεί. Έπρεπε να μιλήσει σκληρά για να ξυπνήσουν οι συνειδήσεις και να επιστρέψουν οι κάτοικοι της Νινευή από τις ανομίες τους και να  μετανοήσουν. Ο Ιωνάς κατάλαβε ότι ο Θεός τον έβαλε να μιλήσει σκληρά για να συνέλθουν, για να μετανοήσουν, ώστε να γλυτώσουν από την καταστροφή.
Αυτό όμως δεν του άρεσε διότι αυτός θα αποδεικνυόταν ψευδής, αυτός θα ανήγγειλε καταστροφή η οποία όμως δεν θα πραγματοποιείτο.
Και εξ’ αιτίας αυτού λόγου δεν ήθελε να πάει να κηρύξει στην  Νινευή, αντί να βαδίσει προς ανατολάς πήρε ένα πλοίο που πήγαινε προς την Ισπανία, προς δυσμάς. Αλλά ο Θεός βρήκε τρόπο να το γυρίσει πίσω. Όλοι γνωρίζουμε την σχετική ιστορία με την τρικυμία με το κλήρο με το ρίξιμο του Ιωνά στην θάλασσα.
Τελικά αναγκάστηκε και πήγε στην Νινευή, κήρυξε, οι ειδωλολάτρες κάτοικοι μετανόησαν και γλύτωσαν από την καταστροφή.
Αντέδρασε έπειτα ο Ιωνάς λυπήθηκε διότι εθίγει η αξιοπρέπειά του, διότι δεν επαληθεύτηκε η προφητεία του περί καταστροφής.
Γνωρίζουμε την σχετική ιστορία με την κολοκυθιά, με τον καύσωνα, με το σκουλήκι, με την ξήρανση του φυτού. Λυπήθηκε ο Ιωνάς που ξεράθηκε η κολοκυθιά η οποία του χάρισε την σκιά της.
Και η Θεϊκή φωνή, η φωνή του φιλάνθρωπου Θεού... 
Τι φωνή!  Εσύ Ιωνά, λυπήθηκες για την κολοκυθιά, για την οποίαν δεν κοπίασες να την φυτέψεις και να την ποτίσεις, η οποία μεγάλωσε γρήγορα την νύχτα και χάθηκε το πρωί πριν φανεί το φως της ημέρας και εγώ ο Θεός δεν θα λυπηθώ την Νινευή που κατοικούν τόσες χιλιάδες άνθρωποι και τόσα μικρά αθώα παιδιά και τόσα πολλά ζώα;
Δηλαδή η φιλανθρωπία του Θεού εκτείνεται ακόμη και στα άλογα ζώα. 
Οι κατήγοροι του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης ας μελετήσουν το βιβλίο του Ιωνά και ας αναθεωρήσουν τις απόψεις τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου